Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

Κ.ρατική Μ.ηχανή Π.αραγωγής Ν.εφών


Πρώτη φορά έλαμπε ο ήλιος τόσο δυνατά στη Πολιτεία μας.
Τις υπόλοιπες μέρες έβρεχε ή ο ήλιος στοιβαζόταν ακούσια πίσω από βαριά σύννεφα. Εμείς πάντως ποτέ δεν τον είχαμε δει λουσμένο στη δύναμή του όπως σήμερα.
Αν εξαιρέσεις δύο Κρατικές γιορτές που γίνονταν κάθε χρόνο προς τιμήν του, καμία άλλη μέρα δεν τον αντικρίζαμε.
Είχαμε μάθει από μικροί στο σχολείο πως εκείνες τις δύο μέρες από μόνος του ο ήλιος ερχόταν τόσο υπέρλαμπρος στην Πολιτεία μας. Και είχαμε πειστεί. Είχαμε μάθει πως τα Κρατικά βιβλία έλεγαν πάντα την αλήθεια. Και είχαμε πειστεί.

Όμως σήμερα η Κ.Μ.Α.Π.Ν. (Κρατική Μ.ηχανή Α.υτόματης Π.αραγωγής Ν.εφών) είχε βλάβη στο κεντρικό τηςσύστημα.
Αυτό δεν είχε ξαναγίνει ποτέ.
Δεν υπήρχε καμία Κρατική πρόβλεψη για τέτοιο ενδεχόμενο.

Οι Κρατικοί Μυστικοί Μηχανικοί, που βρίσκονταν πάνω από το κεντρικό σύστημα της Κ.Μ.Α.Π.Ν., προσπαθούσαν να το φτιάξουν αλλά έδειχναν έκπληκτοι και απορημένοι.
"Μα πώς χάλασε κάτι τόσο τέλειο;" αναρωτιόνταν.
Βέβαια, την περισσότερη ώρα κοιτούσαν ψηλά, τον ήλιο, που πρώτη φορά τον αντίκριζαν τόσο καθαρό, τόσο λαμπερό, έμοιαζε σαν ζωντανός οργανισμός.


Κατά τα άλλα, η μέρα περνούσε όπως όλες οι υπόλοιπες.
Βαρετή, ιεραρχημένη, γεμάτη χρονικά όρια που κανείς μας δεν μπορούσε να ξεπεράσει, βεβαρημένη από πλήθος Κρατικών υποχρεώσεων, που όλοι μας έπρεπε να φέρουμε εις πέρας.

Όμως υπήρχε και κάτι διαφορετικό σήμερα.
Ο ήλιος δεν το έβαζε κάτω.
Συνέχιζε να λαμποκοπά.
Τα μηχανικά προβλήματα της Κ.Μ.Α.Π.Ν. παρέμεναν άλυτα.
Το Κράτος πίστευε πως επρόκειτο για σαμποτάζ από τους Μυστικούς Μηχανικούς που ήταν επιφορτισμένοι να το φτιάξουν.
Έτσι αντικατέστησαν τους πρώτους δέκα που είχαν συλληφθεί ήδη με δέκα άλλους.
Αυτοί ελέγχονταν από 20 ΜεγαλοΚρατικούς Υπαλλήλους, που κάθονταν πάνω στη γυάλινη οροφή του κτιρίου και κοιτούσαν με ορθάνοιχτα μάτια προς τα κάτω, προς τη μηχανή, κρατώντας μπλοκ και γράφοντας συνέχεια τις παρατηρήσεις τους.

Ο κόσμος είχε αρχίσει να βγαίνει στους δρόμους και να κοιτά το παράδοξο γεγονός.
"Σήμερα δεν είναι Κρατική γιορτή. Πώς μπορεί ο ήλιος να λάμπει;" έλεγαν και ξανάλεγαν μεταξύ τους.
Όλοι κοιτούσαν τα ημερολόγια, τα ρολόγια, πολλοί είχαν μαζευτεί κάτω από το Κρατικό Κεντρικό ρολόι της πλατείας με την ονομασία "Το Κράτος είστε εσείς". 
Μήπως κάποιο καιρικό φαινόμενο έφερε στην Πολιτεία τους την ανωμαλία αυτή;
Αυτός ο ήλιος ήταν αρρωστημένος, δεν ήταν ο ήλιος που ήξεραν.
Αν και τον θαύμαζαν, δεν μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν.
Δεν είχαν γυαλιά, δεν είχαν καπέλα, δεν είχαν τίποτα.

Με το πέρασμα της ώρας το έντονο φως άρχισε να επιδρά αρνητικά στην διάθεσή τους και μετά την πρώτη έκπληξη σημειώθηκαν κρούσματα αρχικής κατάθλιψης.
Τα Κρατικά νοσοκομεία δεν προλάβαιναν να υποδέχονται ανθρώπους, που παραπονούνταν για έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις, αίσθημα πανικού και ηλιοφοβία.

Ήταν γύρω στο μεσημέρι όταν ακούστηκε από τα Κρατικά μεγάφωνα το παρακάτω μήνυμα:

"Όσοι Κρατικοί πολίτες έχουν εκτεθεί στο φως του άρρωστου ήλιου που ξαφνικά σήμερα το πρωί εμφανίστηκε στην Πολιτεία μας, παρακαλούνται να παραμείνουν σπίτι τους.
Το Κράτος φροντίζει για την υγεία και την ασφάλειά σας.
Βοηθήστε το κι εσείς με τη στάση σας".
Κλειστήκαμε όλοι σπίτια μας και οι δρόμοι της Πολιτείας ερήμωσαν.
Οι εργασίες σταμάτησαν, η παραγωγή αγαθών το ίδιο, οι συγκοινωνίες διακόπηκαν.
Τίποτα δεν λειτουργούσε… παρά μόνο αυτός ο λαμπερός ήλιος.

Κλεισμένος στο δωμάτιό μου θυμήθηκα πως στο ντουλάπι πίσω από το γραφείο βρίσκονταν παλιά βιβλία και σημειώσεις του παππού μου.
Εκείνος δεν ζούσε πια, όμως αυτά τα βιβλία ήταν μεγάλο κομμάτι της ζωής του.
Με είχε ορκίσει πως μόνο εγώ θα έπρεπε να τα δω. Κανείς άλλος.

Άνοιξα την ντουλάπα φοβισμένος ενώ μια έντονη ηλιαχτίδα προσπερνούσε τα μάτια μου και χτυπούσε πάνω στα σκονισμένα εξώφυλλα.
Κάτω, σε ένα κουτί βρίσκονταν οι σημειώσεις του.
Σκονισμένες, κιτρινισμένες, γραμμένες σε ένα χαρτί που τώρα δεν υπήρχε πουθενά.
Τις πήρα στα χέρια μου και τις άνοιξα.
Είχαν πολύ συχνά γραμμένες τις ίδιες λέξεις: Δημοκρατία, Αλληλεγγύη, Ανθρωπιά, Ελευθερία.
Μα τι ακριβώς ήταν αυτές οι λέξεις; Μόλις που μπορούσα να τις συλλαβίσω.
Δεν τις είχα ξαναδεί ποτέ, ήταν η πρώτη φορά που τις έβλεπα γραμμένες κάπου.

Ξεσκόνισα λίγο τα βιβλία και άρχισα να τα φυλλομετρώ με βουλιμία.
Μα κι εκείνα τις ίδιες λέξεις είχαν γραμμένες, αυτές ήθελαν να συζητήσουν με τον αναγνώστη.

Μα ποιες είναι αυτές οι λέξεις και γιατί δεν μου θύμιζαν τίποτα;
Και ποιος μπορεί να έχει γράψει βιβλίο με τίτλο "Τι είναι η Δημοκρατία".
Πέταξα τα βιβλία μακριά μου και ξάπλωσα στο κρεβάτι.
Τα χέρια μου μύριζαν αυτήν την σκόνη, την παλιά.
Σκέφτηκα πως η σκόνη αυτή μοιάζει με την Αλήθεια.
Η Αλήθεια είναι παλιά όσο εμείς.
Σκόνη και Αλήθεια πάνε μαζί κι εμείς μοιάζουμε να τις κυνηγούμε.
Τη μία τη διώχνουμε, την άλλη την επιζητούμε.
Μα ποια αλήθεια μπορεί να μου προσφέρει λέξεις που δεν αναγνωρίζω;

Σηκώθηκα από το κρεβάτι.

Αν και περασμένο πια απόγευμα ο ήλιος βρισκόταν στην ίδια θέση και το φως του γινόταν ακόμα λαμπρότερο.
Πήρα έναν αναπτήρα και στάθηκα πάνω από τα βιβλία και τις σημειώσεις του παππού.
Σκέφτηκα για λίγο και μετά πήρα το πρώτο στα χέρια μου.
Ήταν κάποιου συγγραφέα άγνωστου στην Πολιτεία μας.
Το κοίταξα, ο τίτλος του δεν μου θύμιζε τίποτα, δεν έβγαζα νόημα.
Ήταν και το πρώτο που έκαψα σε μια μεγάλη φωτιά.

Δεν χρειαζόμουν καμία άλλη αλήθεια.
Εγώ είχα στην ψυχή μου την ουσία της Αλήθειας, που μου έδινε η ασφάλεια της Κρατικής Πολιτείας.
Δεν είχα λόγους να την αμφισβητήσω.
Όσο η φωτιά φούντωνε, τόσο καλύτερα ένιωθα, τόσο περισσότερο ασφαλής ήμουν.

Άλλωστε πώς μπορεί να ήξερε την Αλήθεια ο παππούς μου κι όχι ένα ολόκληρο Κράτος με σοφούς και μορφωμένους ανθρώπους να το υπηρετούν;

Είχα πειστεί. Δεν χρειαζόμουν άλλη απάντηση.
Η φωτιά έκαιγε μέχρι αργά το βράδυ κι αυτός ο αρρωστημένος ήλιος δεν έλεγε να ξαναγίνει υγιής, να μπει πίσω από τα σύννεφα, που ως σωματοφύλακες πάντα στέκονταν μπροστά του.

Πολύ φοβάμαι πως ήρθε το τέλος της Πολιτείας μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου