Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Της Φυλακής



Αμύνομαι. Γι’ αυτό γράφω. Έτσι κρατώ τη σκέψη μου απ’ τη μεριά μου.
Αν την αφήσης αστήριχτη, χωρίς τα σχήματα των γραμμένων συλλογισμών, αφηνιάζει. Παίρνει παράξενους δρόμους και καταλήγει να γεννά τέρατα. Περνά έτσι απ’ τη μεριά του δεσμοφύλακα.
Γιατί αυτό θέλουν με τη φυλακή. Σε κλίνουν σ’ ένα χώρο τρία βήματα μπρος, τρία πίσω.
Να περπατάς έτσι με τις ώρες, με τις μέρες, ασταμάτητα. Στην αρχή βαδίζεις μαζί με τη σκέψη σου. Τα λέτε οι δυό σας και ξεκαθαρίζεις νοήματα. Βρίσκεις τις ιδέες που είναι φίλοι σου.
Συλλαμβάνεις το κακό με σαφήνεια.
Αυτό που ταπεινώνει τον άνθρωπο.
Είσαι δικαιωμένος και για αυτό δυνατός.

Εμείς μέσα από τη φυλακή μας μπορούμε να το πούμε αυτό με αληθινή σοβαρότητα.
Η οδύνη μας κάνει να βλέπωμε την ουσία και να τη λέμε απλά.
Βλέπουμε μόνο το νόημα και όχι τα ανόητα σύνορα, τους μικρόψυχους ανταγωνισμούς και τις αβάσιμες πιά επιφυλάξεις.
Εμείς βλέπουμε απλά σαν λαός τον ένα εαυτό μας.
Μοιάζει παράδοξο, αλλά βέβαια μόνο στην πρώτη ματιά.
Πόσο έντονα ένιωσε ο Έλληνας πως είναι Ευρωπαίος από την πρώτη κιόλας μέρα της δικτατορίας.


Στην κόλαση της ανάκρισης είχα χάσει την προσωπική μου αξιοπρέπεια.
Αντί για αυτήν είχα τόσο πόνο.
Όμως η αξιοπρέπεια του ανθρώπου ήτανε μέσα μου χωρίς να το ξέρω.
Κάποια ώρα την αγγίξανε.
Σε μια προχωρημένη φάση της ανάκρισης.
Δεν την γνωρίζουνε κι έτσι δεν μπορούνε να την υπολογίσουνε.
Λειτούργησε σαν ελατήριο που τίναξε πάνω τα σκορπισμένα ψυχικά μέλη μου.
Η αξιοπρέπεια αυτή είναι ο πιο ουσιαστικός σύνδεσμος μεταξύ μας.
Χάρις σ’ αυτήν δεν είμαστε όντα κατάμονα. Ανήκουμε σ΄ ένα ευαίσθητο γένος.
Αυτήν την ευαισθησία τους γένους μου μόλις ένιωσα, άρχισα να υπερνικώ την ανάκριση.
Δεν ήταν πιά μια προσπάθεια μονάχα για μένα.
Ήταν για όλους μας.
Μαζί αντέξαμε.

Δεν είναι εύκολο πράγμα να βασανίζης. Χρειάζεται εσωτερική συμμετοχή.
Ο τυχερός ήμουνα λοιπόν εγώ. Εγώ δεν ταπείνωνα κανένα.
Μονάχα που έφερνα τον άνθρωπο πολύ δυστυχισμένο στα πονεμένα μου σπλάχνα. Αυτοί όμως για να σε ταπεινώσουνε χρειάζεται να ταπεινώσουν πρώτα μέσα τους τον άνθρωπο.
Κι ας περιφέρωνται φουσκωμένοι μέσα στη στολή τους, εξουσιάζοντας τον πόνο, την αϋπνία, την πείνα, την απελπισία του συνανθρώπου τους. Μεθυσμένοι απ΄ αυτή τους την εξουσία.
Αυτό το μεθύσι είναι η ταπείνωση του ανθρώπου. Η έσχατη ταπείνωση.
Για να κάνουν όσα έπραξαν σε βάρος μου χρειάστηκε να εκμηδενίσουνε πρώτα τον άνθρωπο μέσα τους. Το δικό μου μαρτύριο πληρώθηκε πολύ ακριβά απ αυτούς.
Δεν ήμουνα εγώ στη χειρότερη θέση. Ήμουν μονάχα ένας πολύ πονεμένος άνθρωπος που βογγούσε.
Τώρα εγώ απλώς δε βλέπω τα παιδιά να πηγαίνουνε σχολείο ή να παίζουνε στα πάρκα.
Αυτοί όμως πώς αντικρίζουνε τα παιδιά τους;
Η δική τους ταπείνωση είναι αυτό ακριβώς που δεν μπορώ να συγχωρέσω στον δικτάτορα.

Με είχανε τότε τέσσερις μήνες σε απόλυτη απομόνωση. Δεν είχα δει ανθρώπινο πλάσμα.
Μόνο στολές. Ανακριτές και δεσμοφύλακες. Πρόσεξα στο κελί μου τρία κουνούπια. Αγωνιζόντουσαν ν’ αντέξουνε στο κρύο που άρχιζε. Την ημέρα κοιμόντουσαν στον τοίχο.
Το βράδυ ερχόντουσαν σε μένα σφυρίζοντας. Ενοχλήθηκα στην αρχή. Μα ευτυχώς κατάλαβα.
Σαν κι αυτά κι εγώ προσπαθούσα να αντέξω στο κρύο. Τι ζητούσανε από μένα; Κάτι ασήμαντο.
Μια σταγόνα αίμα που θα τα έσωζε. Δε γίνεται να την αρνηθής.
Το βράδυ γύμνωνα το χέρι μου και τα περίμενα.
Με τον καιρό με είχανε μάθει και δεν με φοβόντουσαν. Ερχόντουσαν χωρίς επιφύλαξη.
Αυτό το ανεπιφύλακτο τούς το χρωστάω. Χάρις σ αυτά ο κόσμος δεν ήτανε μόνο ανάκριση.
Κάποια μέρα όμως μού κάνανε μεταγωγή.
Από τότε δεν τα ξανάδα.
Έτσι αυθαίρετα στις φυλακές χάνεις την παρουσία των φίλων σου.
Αλλά τους σκέπτεσαι συχνά.

Χρειαζόμαστε και τη σκέψη του άλλου ανθρώπου για να τα ‘χωμε καλά με τη δική μας. Χρειαζόμαστε και την κενή από σκέψη ώρα. Καθώς περπατάς μαζί με τη σκέψη σου αρχίζει ύπουλα με κάτι παράξενες διαφωνίες που όμως κουβεντιάζονται.
Αυτό είναι.
Αυτό θέλει η φυλακή, να αρχίζης να κουβεντιάζης μέσα σου το παράδοξο.
Γιατί έτσι αρχίζεις να χάνεις τη θέση σου.
Ασυναίσθητα μπαίνεις σ’ ένα στροβίλισμα που με τον καιρό δυναμώνει και σε απειλεί με ξερίζωμα.
Έτσι αρχίζει η διάσπαση μέσα σου που καταλήγει να σε κάνη εχθρό με τη σκέψη σου.
Γινόσαστε δύο εχθροί κλεισμένοι μαζί, μοναχοί, στον ελάχιστο χώρο του κελιού σου μέσα σ’ ένα χάος χρόνου.

Έμεινες ένα κενό κέλυφος. Αν σε σου’ μενε το άγχος, θα΄λεγα πως γίνεσαι ένα πρώην άνθρωπος. Αυτό θέλει η φυλακή. Να καταλήξη η ανθρωπιά σου να είναι μόνο το άγχος σου.

Να ξέρανε αυτοί που φτιάχνουνε το χαρτί και το μολύβι πόσο τους ευλογεί ο φυλακισμένος! Σκέπτομαι τα ανθρώπινα δάχτυλά τους να δουλεύουν και δακρύζω.
Μού δίνουν τη μόνη δυνατότητα να σταθώ στην ανθρώπινη θέση μου.
Να μη γίνω αυτό που θέλει η φυλακή. Να σωθώ.
Γράφοντας δεν είμαι φυλακή.
Περνώ χαλινάρι στη σκέψη μου, την κρατώ δίπλα μου σύντροφο και μαζί της ζω στον κόσμο των απλών νοημάτων.
Ζω κι εγώ σαν ένας κάποιος άνθρωπος. 

Η πόρτα αυτή είναι κάτι σαν κύκλωπας.
Έχει ακόμα και μια περίεργη κλειδαριά μονάχα απ’ έξω, που κλείνει μ’ ένα διπλό, ξερό κρότο.
Αυτός ο κρότος δε συνηθίζεται.
Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Είναι η καθημερινή απτή αίσθηση της βίας.
Πριν δεν το ‘ξερα πως η βία μπορεί να εκφρασθή τόσο απόλυτα μ’ ένα διπλό, ξερό μετάλλινο κρότο μιας κλειδαριάς.

Το φως όμως το σπούδασα. Έμαθα και τις εκατό αποχρώσεις του.
Ξεχωρίζω το φως που υπάρχει και πριν το ξημέρωμα μέχρι και το φως που συνοδεύει λίγο ακόμα τη νύχτα.
Αυτό το φως είναι η χαρά του φυλακισμένου.

Μέσα σ’ αυτό τον χώρο ζω ατέλειωτες ώρες της μέρας και της νύχτας.
Είναι σα μια κλωστή που σ’ αυτήν περνιούνται τα εικοσιτετράωρα μου και κρέμονται πεθαμένα. Αυτός ο χώρος είναι ένα ρίγκ.
Εδώ ένας άνθρωπος παλεύει με το κακό του κόσμου κατάμονος.

Είναι απίστευτο με τί φαντασία ο φυλακισμένος βρίσκει κρυψώνες. Αυτές είναι συνήθως μικρές. Έτσι τα γραπτά σου πρέπει να είναι λίγα. Η κάθε λέξη μετράει. Είναι πολύτιμη.
Όταν η κρυψώνα σου αποδειχτή αποτελεσματική, νιώθεις μεγάλη χαρά.
Αισθάνεσαι με περίεργη περηφάνια, κάτι σαν να υπερασπίστηκες την τιμή του ανθρώπου.
Αυτή τη σημασία έχουν τα γραφτά μας.

Πιο συχνά, σχεδόν κάθε μέρα, έρχεται ο αδερφός μου ο Γιάννης. Χάθηκε στον πόλεμο.
Όχι σκοτώνοντας. Ήταν γιατρός. Στο τάγμα του έπεσε μηνιγγίτη.
Τον εαυτό του δεν πρόφτασε να τον γιατρέψη.
Ποτέ δεν μπόρεσα να παραδεχτώ τον χαμό του.
Με τον καιρό μόνο που συμφιλιώθηκα με την απουσία του.
Τώρα είμαστε πολύ μαζί.

Ώρες-ώρες κάθομαι και σκέπτομαι σε τί θα μπορούσε να συνοψιστή το σύνολο των κινήτρων μου, αυτών που με οδήγησαν στη φυλακή και που με κάνουν να την αντέχω.
Σίγουρα τα κίνητρα αυτά δεν είναι καμιά βεβαιότητα σε μιαν αλήθεια.
Και τούτο όχι γιατί δεν έχουμε πιά αλήθειες, αλλά γιατί στον κόσμο μας τις αλήθειες δεν τις νιώθουμε σαν βεβαιότητες.
Δεν είμαστε πιά τόσο απλοϊκοί, μα ζητάμε κάτι βαθύτερο από μια βεβαιότητα, κάτι πιο ουσιαστικό, ζητάμε κάτι που να ’ναι πηγαία απλό.
Έτσι, νομίζω πως το σύνολο αυτό των κινήτρων μου μπορεί να χαρακτηριστή συνοπτικά σα μια ελπίδα.
Είναι δηλαδή το πιο εύθραυστο μα και το πιο αυθόρμητο και ανυποχώρητο είδος ανθρώπινης σκέψης.  

Θα μπορούσα ίσως να πω πως η ελπίδα αυτή αφορά την ανθρωπιά μας, που δεν γίνεται ν’ αφανιστή, όσο κι αν τη μάχωνται από παντού και που για αυτό δεν υπάρχει τίποτα πιο σοβαρό και σωστό να κάνουμε στη ζωή μας από το να συνταχθούμε μαζί της, έστω κι αν πρόκειται αναπόφευκτα να υποφέρουμε.
Όμως δε νομίζω ότι μιλώντας έτσι εκφράζομαι όσο θα ’θελα συγκεκριμένα.
Η ελπίδα αυτή παίρνει μορφή μόνο με την ανθρώπινη στάση.
Όλον αυτό τον καιρό στις διάφορες φυλακές που πέρασα, είδα πολλές φορές αυτή τη στάση.

Γιατί η ζωή δεν ανήκει στους βάρβαρους, κι όταν ακόμα τους ανήκη η απόλυτη εξουσία.
Η ζωή ανήκει στους ανθρώπους και μ’ αυτούς προχωράει.
Απ’ αυτή τη συναίσθηση πηγάζει η ελπίδα, που έχει κυριαρχήσει απάνω μου.

Ζω με κάτι ιδέες που αγαπώ. Αυτές γεμίζουν τις μέρες και τις νύχτες μου.
Σ’ αυτήν την ύπουλη ομοιομορφία των ακίνητων ωρών μου αντιτάσσω τη συνομιλία με τις ιδέες μου. Τώρα πια τις ξέρω καλύτερα και τις παραδέχομαι περισσότερο.
Γιατί τώρα έζησα αληθινά τη σημασία τους.
Περνώντας από την ανάκριση έμαθα την πιο απλή μα και πιο βαθειά ουσία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Περνώντας από το στρατοδικείο πείνασα για δικαιοσύνη και περνώντας από τη φυλακή δίψασα για ανθρωπιά.
Η βία, που στραγγαλίζει τη χαρά μου, μ’ έμαθε πολλά.
Ανάμεσα σ’ αυτά, και την αξία της άρνησης να υποταχτής.

Αρχίζω την κάθε μέρα μου προφέροντας τη λέξη "ελευθερία".
Είναι η ώρα που πηγαίνει να χαράξη.
Βγαίνω από τον ύπνο και αισθάνομαι πάντα μια μικρή έκπληξη συνειδητοποιώντας κάθε μέρα κι απ’ την αρχή πως βρίσκομαι στη φυλακή.
Τότε προφέρω την αγαπημένη μου λέξη.
Πριν προφτάση και με κυριαρχήση η συνείδηση της φυλακής.
Με τη λέξη αυτή το κελί μου γεμίζει ιδέα. Είναι μαγική.
Και τότε συμφιλιώνομαι με την καινούργια μου άδεια μέρα.

{οι Σύντροφοι} Σηκώνουνε το βάρος της τιμής του ταπεινωμένου λαού μας.
Κι αισθάνονται να’ ναι κοντά σ’ όλους τους κατατρεγμένους της γης.
Έτσι συλλαμβάνουνε το νόημα σ’ όλα τα γεγονότα τους κόσμου μέσα από μια βασική ενότητα.
Την ενότητα της λαχτάρας του ανθρώπου να γλυτώση από την όποια καταπίεση.
Όποιος αντιστέκεται σ’ όποιο μέρος της γης είναι αδελφός τους.
{…} Με τέτοιους συντρόφους είναι σπαρμένες οι τόσες φυλακές στον τόπο μου και σε άλλους τόπους.

Γιατί με την επιβολή της δικτατορίας αυτό που αισθάνεσαι από την πρώτη κιόλας μέρα μ’ ένα τρόπο άμεσο. Χωρίς διανοητικές επεξεργασίες, ολότελα πηγαία, είναι η ταπείνωση.
Σου αφαιρούν κι αυτό το δικαίωμα να θεωρής τον εαυτό σου άξιο να έχης την ευθύνη για τη ζωή σου και τη μοίρα σου.
Κι αυτό το συναίσθημα της ταπείνωσης μεγαλώνει μέρα με τη μέρα με την ασταμάτητη προσπάθειά τους να εξαναγκάσουν τη σκέψη σου να δεχτή όλες εκείνες τις χυδαιότητες που αποτελούν τον εκτρωματικό πνευματικό κόσμο των δικτατόρων.
Νιώθεις να σε προσβάλλουν κάθε μέρα βαριά στο λογικό σου και στην ανθρώπινη υπόστασή σου.
Κι ύστερα έρχεται η ανοχή που σου επιβάλλουν με τον φόβο να δείχνης στις βάρβαρες πράξεις τους που μαθαίνεις ή βλέπεις να γίνωνται σε βάρος συνανθρώπων σου.

Η αντίσταση είναι, ηθικά, ο πιο καθαρός αγώνας.
Γιατί κατά κανόνα η ανάληψή του οφείλεται μονάχα στην επιταγή της συνείδησής σου και δε δίνει καμία άλλη ικανοποίηση παρά μονάχα τη δικαίωση της συνείδησής σου.
{…} Μονάχα η συνείδησή σου σε δικαιώνει, έτσι όπως τη βλέπεις καμιά φορά να καθρεφτίζεται στα μάτια κάποιου συντρόφου σου.
Αλλά αυτή η δικαίωση μετράει πιο πολύ απ’ όλα.
Γιατί σού χαρίζονται μερικές ώρες που αισθάνεσαι πως εκφράζεις κι εσύ την τιμή του ανθρώπινου γένους.

Εμείς ζούμε πιά μόνο με αξίες, όχι με συμφέροντα.
Έχουμε εθελοντικά τοποθετηθή μέσα στην πιο αφόρητη οδύνη και η μεγάλη, καθημερινή μας φροντίδα είναι όχι μόνο να σώσουμε την ανθρωπιά μας μέσα σ΄ αυτή την οδύνη, μα και να την εντάξωμε μέσα στην ανθρωπιά μας, να την κάνωμε κι αυτήν υλικό που τη συνθέτει.
Κτίζουμε μέσα και πάνω στην οδύνη μια υπόσταση που αναγκαία δε φτιάχνεται βέβαια από χαρές κι επιδιώξεις ευτυχίας, αλλά που είναι μονάχα νόημα.
Έχουμε ενσαρκωθή νοήματα. Έτσι δε ζούμε στο σήμερα.
Δεν έχουμε άλλωστε καμία μέρα για σήμερα. Εκτός ίσως από τις μέρες του επισκεπτηρίου των αγαπημένων μας.

Επιλεγμένα Αποσπάσματα
από το βιβλίο του Γεώργιου-Αλέξανδρου Μαγκάκη
"Γράμμα από τη φυλακή για τους Ευρωπαίους" 
Φυλακές Κορυδαλλού, 1971

1 σχόλιο: