Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Μνημονίου-Αντιμνημονίου Πρόσχωμεν

Σχεδόν από την αρχή που ξέσπασε η παρούσα οικονομική κρίση, η εγχώρια κοινοβουλευτική πολιτική τάξη χωρίστηκε σύντομα αλλά σταθερά σε δύο στρατόπεδα:
Μνημονιακοί & Αντιμνημονιακοί.
Κάτι σαν τους Εικονολάτρες και Εικονομάχους του Βυζαντίου, τους Βόρειους και Νότιους της Αμερικής, - ακόμα καλύτερα,
κάτι σαν το κλασικό δίπολο των εγχώριων ποδοσφαιρικών δεδομένων, Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός. 
Από καιρού εις καιρόν τα δύο στρατόπεδα έχασαν την ισορροπία τους γέρνοντας προς τη μία ή την άλλη πλευρά, σε γενικές γραμμές όμως οι δυνάμεις τους διατηρήθηκαν στα ίδια επίπεδα. 
Άλλωστε, η πάλαι ποτέ αντιμνημονιακή Νέα Δημοκρατία επί κυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου δεν ήταν ποτέ ειλικρινής ως προς την αντίθεσή της στο Μνημόνιο, αφού όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε και εκ των προτέρων όλοι γνωρίζαμε, αυτό που πραγματικά ήθελε ήταν να παίξει επί ίσοις όροις στα μελλοντικά εκλογικά παιχνίδια και να μην αφήσει σύσσωμη την αντιπολίτευση να αλωνίζει στο γήπεδο μιας ανέξοδης αντίστασης χωρίς τη δική της παρουσία.
Όταν όμως έσφιξαν οι ευρωπαϊκοί… κώλοι, ο επικεφαλής της εγχώριας συντηρητικής παράταξης έκανε στροφή 360 μοιρών και άρχισε να πουλάει υπευθυνότητα και ευρωπαϊλίκι.


Έπρεπε κι εκείνος να αντισταθεί απέναντι στους... διεθνείς τοκογλύφους και τις απαιτήσεις τους, ως ένας μελλοντικός Ανεξάρτητος Έλλην Πάνος Καμμένος
ή Εθνικοσοσιαλίζων Νίκος Μιχαλολιάκος.
Γιατί ο Σαμαράς ανέκαθεν - και η Ν.Δ. σταθερά από τότε που την ανέλαβε- πάντα από αυτήν την πλευρά έκανε παιχνίδι:
Ακροδεξιά και πέρα.
Με την ίδια τακτική κινήθηκε και ο ΛΑ.Ο.Σ. αλλά σε αντίστροφη πορεία.
Καταρχήν υπέρ του μνημονίου και μετά, επί δεύτερης φάσης Παπαδήμειας κυβέρνησης, κατά αυτού.

Προσπαθούσα από την αρχή να καταλάβω ποιού ύφους είναι το σίριαλ που εμφανίζονται μνημονιακοί και αντιμνημονιακοί και σε τί είδους θεατές απευθύνονται.
Πρόκειται για σαπουνόπερα, δράμα, κωμωδία, θρίλερ; 
Μού θύμιζε Φωσκολική "Λάμψη", "Δυναστεία" ή τούρκικη σαπουνόπερα, όπου δύο ήρωες ή δύο οικογένειες συγκρούονται μέχρις εσχάτων, το τηλεοπτικό κοινό ταυτίζεται με τη μία ή την άλλη πλευρά και στο τέλος μένουμε ενεοί, αφού αποδεικνύεται ότι ευθυνόταν ένας τρίτος παράγοντας, που σε όλα τα επεισόδια μόνο υπόγεια εμφανιζόταν: Ένας έρωτας που σιγόκαιγε χρόνια, ένα παλιό και άλυτο οιδιπόδειο, μια κρυφή οικονομική συμφωνία, ένα πρόσωπο από τα παλιά...
Ο σεναριογράφος κρατούσε την τρίτη εκδοχή ως άσσο στο μανίκι του,
εμείς... πού μυαλό να ασχοληθούμε με κάτι άλλο εκτός των δύο πρωταγωνιστών κι έτσι ο σκηνοθέτης είχε όλο το πεδίο ελεύθερο να μας εκπλήξει.
Το φιλοθεάμον κοινό (βλ. εκλογικό σώμα) είχε πάρει ήδη τη θέση του στον καναπέ ενώ σηκωνόταν μόνο αν έπεφτε το ρεύμα ή κάποιο από τα επεισόδια κοβόταν στον αέρα για τεχνικούς λόγους. 

Άλλωστε, η σειρά αντίδρασης ήταν γνωστή και πριν την κρίση:
Διαμαρτυρία και εκλογές, εκλογές και διαμαρτυρία και στο τέλος πάλι εκλογές.
Έτσι λύνονται τα αδιέξοδα στις σύγχρονες... δημοκρατίες.
Αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα, όπως βέβαια και οι φωτεινές εξαιρέσεις του σώματος αυτού, συνήθως εκείνων που νιώθουν ότι δεν μπορούν να ανήκουν σε κανένα σώμα, κυρίως δε στο… εκλογικό. 

Το μνημόνιο λοιπόν είναι κατεξοχήν οικονομικό πρόβλημα ή πίσω από αυτό κρύβονται αξίες, προοπτικές, πολιτικές θελήσεις και ελλείψεις;
Ποιος ακριβώς είναι ο λόγος της αντιπαράθεσης;

Πρόκειται για το ίδιο το μνημόνιο ως οικονομική συμφωνία ή η εκκωφαντική απουσία ιδεολογικής σκέψης και σαφούς πολιτικού λόγου του εγχώριου κοινοβουλευτικού προσωπικού, το έχουν ανάγει σε πρώτης τάξεως ευκαιρία άσκοπης, πολιτικάντικης και λαϊκίστικης αντιπαράθεσης;
Και εν τέλει τί σημαίνει μνημόνιο;

Από ό,τι έχω συμπεράνει, το μνημόνιο είναι προφανώς μια συμφωνία, την οποία πρέπει να θυμάσαι (μνημονεύεις) και να τηρείς τους όρους της, που από κοινού έχετε συμφωνήσει εσύ και η άλλη πλευρά.
Πρόκειται δηλαδή για μια συμφωνία, όπου ανά τακτά χρονικά διαστήματα μνημονεύονται οι συμφωνηθέντες όροι και διαπραγματεύονται για την τήρηση
ή την αλλαγή τους δύο ή και περισσότερες πλευρές.
Αν μιλάμε για το εντόπιο μνημόνιο, εμφανώς αποτελεί μια οικονομική συμφωνία. 
Ξεκινώντας βέβαια από την οικονομία, μπορείς να φτάσεις στον πυρήνα της κοινωνίας, του Κράτους, των "Δημοσίων" υπηρεσιών, της ίδιας της καθημερινότητας των ανθρώπων.
Είναι γνωστό κόλπο στον Καπιταλισμό και δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς, εφόσον πρόκειται για ένα καθαρά οικονομοκεντρικό σύστημα.
Παλαιόθεν, έτσι γίνονται οι… δουλειές και δεν είναι απαραίτητο να είσαι Μαρξιστής για να το αντιληφθείς αυτό, μπορείς να παραμένεις φιλελεύθερος και να γνωρίζεις καλύτερα από όλους ότι όλα κρίνονται στο φιλελευθεριάζον οικονομικό πεδίο, δηλαδή σε μια διαστρεβλωμένη- και ιδωμένη υπό αγοραίο κάτοπτρο- έννοια της οικονομίας. 
Ειδικά οι φιλελεύθεροι, χρόνια τώρα, θεωρητικολογούν μέσω των "think tank" τους, των πανεπιστημίων και των ινστιτούτων τους, αλλά και θέτουν ταυτόχρονα σε εφαρμογή τα οικονομικά τους σχέδια, χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής αντιπαράθεσης επί του πρακτέου, αφού η συντριπτική πλειοψηφία της παγκόσμιας κοινωνίας είναι βέβαιη ότι παρ’ όλες τις παλινωδίες και τα προβλήματα, ο Καπιταλισμός είναι το πλέον δικαιότερο οικονομικό,
πολιτικό και κοινωνικό σύστημα. 

Ας επιστρέψουμε όμως στο μνημόνιο.
Σε κάθε συμφωνία υφίστανται πάντα δύο ή περισσότερες πλευρές, που ακόμα κι όταν νομίζουμε πως εκ πρώτης όψεως δεν διαφοροποιούνται αισθητά, από άποψη δυναμικής και αντοχών είναι πάντα ανισοβαρείς.
Σε κάθε διαπραγμάτευση υπάρχει ανισότητα δύναμης, είτε μικρή είτε μεγάλη.
Δε θα υπήρχε διαπραγματευτικό πεδίο, αν όλα τα μέρη ήταν εξίσου ισχυρά και δυναμικά.
Απλώς θα υπήρχε ένας ανηλεής και χωρίς κατάληξη πόλεμος, μια κυριολεκτική σφαγή εκατέρωθεν.

Έτσι και στην περίπτωσή μας, οι δανειστές, ως ισχυροί, θέτουν τους όρους
και οι εντόπιοι κυβερνώντες, ως δανειζόμενοι, τους αποδέχονται.
Τίποτα περίεργο σε αυτό.
Τώρα, το πώς θα διαπραγματευθεί ο καθένας μικρή σημασία έχει εφόσον οι ρόλοι του δυνατού και του αδύναμου είναι προκαθορισμένοι εξαρχής, έλα όμως που μάς αρέσει να βαυκαλιζόμαστε ότι μπορούμε να αλλάξουμε τους συσχετισμούς.
Οι όροι δε, αφορούν σε μεταρρυθμίσεις, που όχι απλώς ενδείκνυνται αλλά πρέπει, κατά τους δανειστές, να γίνουν, ώστε η Ελλάδα να αρχίσει να λειτουργεί και αυτή ως ένα… ευνομούμενο ευρωπαϊκό κράτος.

Δεν εξετάζω λοιπόν αν τα παραπάνω είναι σωστά και ηθικά, αλλά μιλάω για μια πραγματικότητα που από τα αρχαία χρόνια δεν έχει αλλάξει ούτε κατά κεραία.
Η όποια ισχύς των Αδυνάμων εξαρτάται από τον τρόπο χρησιμοποίησης της ισχύος των Δυνατών.
Διότι και ο Γολιάθ διέθετε όλα τα τυπολογικά χαρακτηριστικά του Δυνατού, αλλά στο τέλος την πάτησε από τον Αδύναμο Δαυίδ.
Βέβαια, το παράδειγμα των Δαυίδ και Γολιάθ αποτελεί μια ιστοριούλα με Happy End, που μόνο πιστευτή δεν γίνεται όσο μεγαλώνεις.

Στην πραγματικότητα, ο Δυνατός θέτει τους όρους και ο Αδύναμος προσπαθεί να διαχειριστεί όσο καλύτερα μπορεί τα όποια διαπραγματευτικά του όπλα.
Κλασικό παράδειγμα διαπραγμάτευσης αποτελεί ακόμα και σήμερα ο Θουκυδίδειος διάλογος Αθηναίων- Μηλίων, όπου οι πρώτοι υποστηρίζουν με ατράνταχτη επιχειρηματολογία την "ηθική" προτεραιότητα της δύναμής τους έναντι της "ανήθικης"αδυναμίας των αντιπάλων τους.
Ουσιαστικά δηλαδή οι Αθηναίοι λένε στους Μηλίους, ότι κι αυτοί θα έκαναν το ίδιο αν βρίσκονταν στη θέση τους.
Αν το προχωρήσουμε λίγο, μέσα στην ιστορία του το υποτιθέμενο Έθνος των Ελλήνων έχει ουκ ολίγες φορές χρησιμοποιήσει τη δύναμή του για να υποτάξει άλλα έθνη, να διευρύνει τα όρια του, να ξεκινήσει εκστρατείες και τοπικούς πολέμους.
Πώς τα κατάφερε;
Μα, υπογράφοντας... μνημόνια με τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής ενάντια στους τότε αδύναμους κρίκους της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κ.ο.κ. 
Τέτοιου είδους μνημόνια βέβαια δεν ενόχλησαν ποτέ τους Έλληνες του Εθνικού κορμού, εφόσον ήταν προς το συμφέρον των εδαφικών και κατ΄επέκταση των επιχειρηματικών τους διεκδικήσεων ενώ ταυτόχρονα υποχρέωναν έτερα έθνη να δεχθούν τα βέλη του ελλαδικού ιμπεριαλισμού (ναι, υπάρχει και τέτοιος).
Διότι, εδώ που τα λέμε, δεν γίνεται όλοι οι αγώνες των Ελλήνων να είναι εθνικοαπελευθερωτικοί και δίκαιοι ενώ των υπολοίπων λαών ιμπεριαλιστικοί, κινούμενοι από ξενοκίνητα, σκοτεινά συμφέροντα και άδικοι.

Ας πάμε όμως στο σήμερα.
Στην περίπτωση της Ελλάδας πρόκειται για ένα μνημόνιο οικονομικής υφής, ουσιαστικά δηλαδή τίθενται οι όροι αποπληρωμής ενός υπέρογκου δανείου, που χορηγείται σε εκβιαστικές δόσεις, ώστε να καλυφθεί το περιβόητο χρέος, που με τη σειρά του δημιουργήθηκε από τη μη πληρωμή προηγούμενων δανείων και  που προσφέρουν- με το αζημίωτο βέβαια, όπως άλλωστε κάνουν όλοι οι δανειστές- η Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Οι κοινοβουλευτικοί αντιμνημονιακοί όλων των αποχρώσεων (δεξιοί & αριστεροί, πλην Κ.Κ.Ε. για να είμαστε ειλικρινείς) ισχυρίζονται πως από την αρχή της υπογραφής της Συμφωνίας δεν διαπραγματεύτηκαν ποτέ οι όροι με πυγμή και στιβαρά επιχειρήματα (που φαντάζομαι ότι οι ίδιοι διαθέτουν, αλλά μάλλον από ντροπή δε μάς τα έχουν πει ακόμα) και επιπλέον ισχυρίζονται ότι θα μπορούσε να αποφευχθεί από τους εγχώριους κυβερνώντες η υπαγωγή σε μια τέτοια συμφωνία, αν είχαν φροντίσει να βρουν πηγές χρηματοδότησης σε εύλογο χρονικό διάστημα πριν την υπογραφή του, όταν ακόμα το ελληνικό κράτος είχε τη δυνατότητα να "διαπραγματεύεται" δάνεια από τις λεγόμενες διεθνείς αγορές, εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Έχουν ακουστεί οι περιπτώσεις της Ρωσίας, Κίνας, διεθνών επενδυτικών κύκλων κ.α.
Νομίζω ότι πρέπει να αντιληφθούμε πως όσοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, ουσιαστικά δεν αμφισβητούν το Μνημόνιο ως κεντρική ευρωπαϊκή πρακτική, αλλά μιλούν για μια καλύτερη διαπραγμάτευσή του.
Δηλαδή ο βασικός κορμός της συμφωνίας παραμένει ανέπαφος, αλλά ζητούν ευνοϊκότερη διαχείριση και μεταχείριση από την πλευρά των Ευρωπαίων και των διεθνών θεσμικών δανειστών και καλύτερη διαπραγμάτευση από την πλευρά των εγχώριων κυβερνώντων.
Νομίζω ότι ιστορικά και κοινωνιολογικά δεν υπάρχει τέτοιο προηγούμενο ή αν υπάρχει, έχει θαφτεί μέσα στην Ιστορία επέλασης των Δυνατών: οι δανειστές δεν είναι ισότιμοι με τους δανειζόμενους, δεν είναι φιλάνθρωποι, ούτε χωρίζονται σε ανθέλληνες και φιλέλληνες.
Οι Δανειστές είναι απλώς… Δανειστές.

Μέσα δε σε αυτές τις δυνάμεις βρίσκεται και ο πολύς… ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, συνήθως τη μία εβδομάδα σκίζει το μνημόνιο, την προηγούμενη το επαναδιαπραγματεύεται, την επόμενη το καίει, μετά σκίζει μόνο τη δανειακή σύμβαση και στο τέλος το λιώνει με μίσος κάτω από τις σόλες των υπερ-αριστερών υποδημάτων του.
Όλα αυτά, μάλλον εξαρτώνται από το ποιός θα εμφανιστεί στην τηλεόραση και σε ποιά εκπομπή.
Θα είναι ο Μηλιός ή ο Δραγασάκης; 
Ο Λαφαζάνης ή ο Σταθάκης;
Θα έχουν μεταγραφεί εκείνη την περίοδο πρώην πασόκοι στυλ Μητρόπουλου και Μιχελογιαννάκη ή θα συνομιλούν εσωτερικά με κάποια πρώην εξωκοινοβουλευτική ομάδα, που εντάχθηκε κι αυτή στο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μήπως και κάνει πραγματικότητα το όνειρό της για την κατακρήμνιση του Καπιταλισμού, αλλά... φεύ; 
Το αποκορύφωμα δε είναι ο ίδιος ο Τσίπρας, ο οποίος από τις Οβιδιακές μεταμορφώσεις που μετέρχεται, λογικά πρέπει να έχει διχαστεί, τρι-χαστεί 
και τετρα-χαστεί ως πολιτική οντότητα.
Ο Πολιτικός παρενδυτισμός έχει κι αυτός όρια.

Εκτός του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. όλες οι υπόλοιπες αντιμνημονιακές ή ημιαντιμνημονιακές δυνάμεις είναι από σοσιαλδημοκρατικές ή Κρυπτοδεξιές με σοσιαλιστική επικάλυψη αν προτιμάται (βλ. ΔΗΜ.ΑΡ.) μέχρι (Ακρο)- (Λαϊκο)Δεξιές και Ναζιστικές. 
Στην άλλη πλευρά οι δυνάμεις χωρίζονται σε Φιλελεύθερες (βλ. Τζήμερος, Βαλλιανάτος, Σκυλακάκης κ.α.), Εθνικοφιλελεύθερες ελέω Σαμαρά και Σοσιαλδημοκρατικές ή Κρυπτοδεξιές με σοσιαλιστική επικάλυψη αν πάλι προτιμάται (βλ. ΠΑ.ΣΟΚ., Κίνηση Των 58, το πολύ πρόσφατο Ποτάμι).
Υπάρχει και στα δύο μέρη ένα κοινό ιδεολογικό πεδίο, έστω και στην υφή, έστω και σαν ομοιάζουσα οσμή. 
Υπάρχει όμως και μια διαφορά. 
Οι Μνημονιακοί ενώνονται λόγω της εξουσίας, που αυτοανατροφοδοτείται και γιγαντώνεται υπέρμετρα από τα Μ.Μ.Ε., κάνοντας τη βλακεία να φαίνεται εξυπνάδα, οι Αντιμνημονιακοί δε, έχουν την πολυτέλεια να αραδιάζουν ό,τι ηλιθιότητα τους κατέβει στο κεφάλι, υποδυόμενοι τους αντιπάλους των Μνημονιακών, μαθαίνοντας τηλεοπτικά και επικοινωνιακά τρυκ
πάνω στου κασίδι το κεφάλι. 

Εδώ χρειάζεται μια εξήγηση.
Πώς μπορεί κάποιος να λέει ότι κάποιοι υποδύονται τους Αντιμνημονιακούς;
Θέλω να εξηγηθώ για να μην παρεξηγηθώ.
Για τους ΑΝ.ΕΛ. δεν νομίζω πως χρειάζεται ιδιαίτερη επεξήγηση, ούτε για τη Χρυσή Αυγή.
Ποιά υποτίθεται ότι είναι η βασική διαφορά μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, ποιά ήταν πάντα η βασικότερη από τις επιμέρους διαφορές;
Οι μεν πρώτοι πιστεύουν στην απόλυτα ταξική διάρθρωση της κοινωνίας και την πάλη των τάξεων ως το βασικότερο βήμα εξέλιξης των κοινωνιών, οι δε άλλοι αποδέχονται ως ισχύουσα αυτή τη διάρθρωση, αλλά δεν της προσδίδουν καίρια σημασία, δεν πιστεύουν ότι ή διαφορά αυτή είναι εκείνη που κυρίως κινεί τα νήματα της κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας.
Αν σκεφτούμε το παραπάνω, πρέπει να αναλογιστούμε το εξής:
σε ποιό ακριβώς κομμάτι του δημοσίου λόγου της μείζονος αντιπολίτευσης διαφαίνεται αυτή η ταξικότητα, αυτή η ιστορική, αλλά ουσιαστική διαφορά Αριστεράς-Δεξιάς;
Αν το ψάξουμε έστω και λίγο, δεν υπάρχει τέτοιο σημείο.
Ο πολιτικός λόγος και η επιχειρηματολογία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α ταυτίζεται σε διάφορα σημεία με των ΑΝ.ΕΛ. 
Δεν θα περίμενα (δεν περιμένω τίποτα έτσι κι αλλιώς) από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να υιοθετήσει τον πολιτικό λόγο και προσέγγιση του Κ.Κ.Ε., γιατί δε θα είχε κανέναν λόγο  ύπαρξης.
Άλλωστε ο πολιτικός λόγος του Κ.Κ.Ε. περί ταξικής πάλης και Κεφαλαίου μένει μόνο στα χαρτιά, αφού ταξική πάλη θεωρείται μόνο η πάλη του ΠΑ.ΜΕ. ενάντια στην εργοδοσία, με αποτέλεσμα όποιος δεν ανήκει στο ΠΑ.ΜΕ. να θεωρείται ταξικός εχθρός ή τουλάχιστον ταξικός προδότης, ενώ αρκετές φορές η λέξη Κεφάλαιο κρύβεται πίσω από νεφελώδεις αναλύσεις, που σε αρκετά σημεία ακούγονται και εκτός του Μαρξικού πνεύματος.
Επιπλέον το ίδιο το Κ.Κ.Ε. έχει χρησιμοποιήσει για τις δικές του επιχειρήσεις πρακτικές αγοράς, που όμως δεν αναγνωρίζει ως χρηστικές σε άλλους επιχειρηματίες, οι οποίοι τυγχάνει να πιστεύουν στην ελεύθερη αγορά και να αποδέχονται τον Καπιταλισμό.
Περίεργα πράγματα, φαινόμενα μιας περίεργης εποχής.
Κάποιες άλλες φορές, ο λόγος του Κ.Κ.Ε. αποτιμάται από το φιλοθεάμον κοινό ως ξύλινος και άκαμπτος, ενώ ταυτόχρονα αν η Χρυσή Αυγή μιλάει για πλουτοκρατία και κακούς επιχειρηματίες, ο λόγος της θεωρείται επαναστατικός και αντισυστημικός.

Επιστρέφοντας στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.
Ο Λόγος του περί ανάπτυξης και μεταρρύθμισης, αλλά με διαφορετική ποιότητα και υπό άλλες συνθήκες, δεν φαίνεται να εμπεριέχει καμία ριζοσπαστικότητα και διαφοροποίηση σε σχέση με αυτόν της Ν.Δ. ή του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που μιλούν συνεχώς για ανάπτυξη και μεταρρυθμίσεις, αποδεχόμενοι πλήρως το Καπιταλιστικό πλαίσιο νοηματοδότησης αυτών των όρων.
Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για ιδίου ύφους πολιτικό λόγο, αποδιδόμενο όμως με επαναστατική φρασεολογία και παρελκυστικό, λεκτικό ύφος προηγούμενων δεκαετιών, για έναν λόγο που εκτοξεύεται σε ένα κοινό, που έχει μάθει να πολιτεύεται μέσω της τηλεόρασης, έναν λαό που εναγωνίως ψάχνει τον κατάλληλο ηγέτη και αρέσκεται στη δημιουργία επαναστατικών ψευδαισθήσεων, που πάντα βέβαια ξεκινά η μεγάλη ηγεσία, αλλά ποτέ ο ίδιος. 
Αυτός μόνο αναθέτει, δεν αναλαμβάνει.
Αναρωτιέμαι τελικά ποιοί είναι πιό επικίνδυνοι;
Οι επικεφαλής των Μνημονιακών, γνωστοί και μή εξαιρετέοι πολιτικάντηδες ή εκείνοι των Αντιμνημονιακών, επαναστατημένοι μεσήλικες μιάς οργισμένης και στην ουσία της απολιτίκ εποχής;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου