Βιβλιοπαρουσίαση – Βιβλιοκριτική
Ηλία Βαγενά, "Ευτυχείς ως ανθρωπίζοντες", Στάσει Εκπίπτοντες, Αθήνα, 2025
Χρήστος Νεδελκόπουλος
Η ποιητική συλλογή του Ηλία Βαγενά «Ευτυχείς ως ανθρωπίζοντες» (εκδ. Στάσει Εκπίπτοντες, 2025) έχει το μοναδικό προνόμιο να χτίζεται αφηγηματικά πάνω σε αντιθέσεις που βάζουν τον αναγνώστη σε ένα συνεχές μπρος-πίσω στον εσωτερικό χρόνο του συγγραφέα και σε ένα συνεχές μέσα-έξω στον δικό του ψυχικό χρόνο. Ένα συνεχές μέσα-έξω από το θλιβερό στο σωτήριο κι από το «στάσιμο» του χρονικού τώρα στην μέλλουσα ουτοπική «πάροδο» δένει σε αφηγηματική ροή την υποκειμενική διάσταση του βιώματος και του συναισθήματος με τις αντικειμενικές αξιώσεις μιας μεταβαλλόμενης κατάστασης, που δεν παρακολουθούμε ως παρατηρητές αλλά κυριολεκτικά εν κινήσει. Όλο αυτό ήδη θεματοποιείται στα πρώτα κιόλας ποιήματα: ο θάνατος – η ουτοπία – η ευτυχία.
Η μάνα (εντός και εκτός εισαγωγικών) ίσως είναι η απόλυτη έννοια που διαπερνάει τους τρεις αυτούς νοηματικούς κόσμους.
Η μάνα έχει και υπαρκτική και συμβολική διάσταση.
Στην μάνα μέσω της βίωσης και της ενθύμησης της απώλειας θα επανέλθει πολλές φορές ως πληγή που άνοιξε χωρίς να κλείνει από καμιά χρονικότητα.
Η μάνα βέβαια είναι «πραγματική» (πώς αλλιώς;) όπως ο θάνατος, είναι συνάμα συμβολική όπως η ουτοπία, είναι τέλος αφηγηματική ενδοσκόπηση όπως η ευτυχία— όλα μαζί η παιδική ηλικία του συγγραφέα ως πληγή που άνοιξε αλλά την επιθυμεί ακόμα ανοιχτή.
Πόσο πιο παραστατικά να μεταδώσει τον θάνατο— όχι μόνο ως τραύμα αυτού που έμεινε πίσω αλλά και από την οπτική του ίδιου του θανόντος με τις λέξεις «λουλούδι» και «μονάχος»;
Στο ποίημα «Λουλούδι» το λουλούδι μόνο ως πραγματικό —της μάνας και για τη μάνα— μπορεί να νοηθεί, αφενός πίσω στον χρόνο («“το λουλούδι, πρόσεχε το λουλούδι” φώναζε η μάνα») και ταυτόχρονα στο τώρα που το λουλούδι «κομματιάστηκε στα μικρά της χέρια γέρικο κι εκείνο, του τάφου της στολίδι τώρα πια». Η λέξη «μονάχος» συνοδεύει όλο το νόημα του ποιήματος που φεύγει από την ανθρώπινη κατάσταση (λουλούδι μονάχο/ θάλασσα μονάχη) για να νοηματοδοτήσει αλληγορικά αυτόν τον σταθερό χρόνο, που όπως στη φύση, μεταστοιχειώνεται στην ίδια την ανθρώπινη κατάσταση. Αυτό το άρρητο της μοναχικότητας στην πραγματική ζωή έρχεται τώρα να λεκτικοποιηθεί ως το άλλο μισό του λουλουδιού, το ίδιο πραγματικό, το ίδιο κυριολεκτικό, ώστε μόνο υπό την κυριολεξία ενός μοιρολογιού μπορούν τελικά να προσληφθούν νοηματικά οι λέξεις.
Το δεύτερο σχήμα της ουτοπίας το βλέπουμε στο ποίημα «Πατησίων».
Εδώ τώρα ο λόγος τείνει προς τη μεταφορά. Η ουτοπία λειτουργεί αντίστροφα, όπως τη φανταζόμαστε— ιδεατώς ανοιχτή: «η φαντασία μας να συνθλίβει τις βιτρίνες ψεύτικων ανθρώπων/ ο ουρανός να βρέχει νοήματα/ στις παρόδους μπάτσοι φυλακισμένοι στο κενό τους». Στο ουτοπικό επανέρχεται επίσης πολλές φορές ο ποιητής. Πολύ χαρακτηριστικό το ποίημα «Θα λέμε» όπου η πληθυντικότητα παίζει ένας κυρίαρχο ρόλο αφενός παιδαγωγικό αφετέρου οραματικό (η Μαρίνα μαθαίνει τώρα τους αριθμούς με γράμματα κόντρα στα «αριθμητικά μυαλά τους», ανακατεύει όλες τις γλώσσες, μαθαίνει μια αντινομοθεσία Αγάπης («Ένα ίσον Αγάπη και Άπειρο ίσον Αγάπη/ Άλφα ίσον Αγάπη και Ωμέγα ίσον Αγάπη»).
Η συλλογή παίρνει τον τίτλο της από το τρίτο σχήμα, αυτό της ευτυχίας. Η δική του «ευτυχία» ξεδιπλώνεται ως σκεπτόμενο υποκείμενο (και όχι ως στιγμή) ασκώντας κριτική: στους «σταθερούς οικογενειάρχες», στους «δυστυχείς» με τις «γύψινες γλώσσες», στους «εθνικά ανήκοντες» αλλά τελικά επιστρέφει ως ανατροπή. Αντιθετικά από νοηματικής άποψης και σε σχήμα κύκλου από ποιητικής αρχιτεκτονικής: «ευτυχείς ως ανθρωπίζοντες».
Στα τρία αυτά επίπεδα θαρρώ πως αποκρυπτογραφείται ο ποιητικός κόσμος του Ηλία Βαγενά. Βίωσε τον θάνατο διά της πανταχού ανοιχτής παιδικής ηλικίας (που δεν πεθαίνει), φαντάστηκε – ερωτεύτηκε – αποστάτησε μέσα στον λαβύρινθο της μεγάλης ουτοπίας των μεγάλων δρόμων, επέστρεψε μέσα στο μπρος-πίσω και το μέσα-έξω του ψυχικού χρόνου από εκεί που ξεκίνησε. Στην παιδική ηλικία ως μνήμη και ως υπόσχεση, ως ιδανική πίστη κι ευτυχία (ενάντια στο παράδοξο της αλλοτρίωσης) που φαντάζεται ακόμα. Εξ ου και ο εξανθρωπισμός της ευτυχίας (που αλλοτριώθηκε).
Γι’ αυτό τη συλλογή του Βαγενά πρέπει να τη διαβάσουμε σε βάθος μόνο αν θέλουμε να δούμε με ειλικρίνεια τον εαυτό μας μέσα στις αντιθέσεις του, μέσα στις πολλαπλώς διαστρωματωμένες ηδονές μας, τέλος μέσα στο αναπόδραστο αίνιγμα του θανάτου. Χρησιμοποιώντας τους στίχους του θα δώσω ποιητικά το παραπάνω συμπέρασμα, όπως εγώ διάβασα τη συλλογή, όπως αισθάνθηκα να επενεργεί μέσα μου αυτό το τρίπτυχο.
Άκου ποιητή,
τα ξυράφια είναι παλιά μα οι φόβοι καινούριοι. Ο ήλιος δεν φτάνει εδώ. Έρποντας έφτασα. Σ’ ακούω. Έκοψες το καλώδιο του τηλεφώνου. Μα σ’ ακούω ακόμα. Τις παρουσίες έκοψες. Τα γλέντια. Τις πόζες. Κράτησες μόνο τη βαριά ανάσα της εφηβείας. Οι φόβοι ματώνουν στον πρώτο χτύπο μιας εφήμερης λέξης. Ακούω τη λέξη. Ευτυχείς;
Σ’ ακούω όταν μιλάς στη μάνα. Όταν παραφέρεσαι. Με γραφόμενα και λεχθέντα πιασμένα χειροπόδαρα. Όταν μαθαίνεις στη Μαρίνα την ΑΒ. Με αριθμούς, με άστρα ή καλειδοσκόπια. Όταν βλέπεις τον πατέρα σ’ ακούω. Όταν μετράς τις γουλιές στο καφενείο. Όταν αλλάζουν τα χρώματα στα μάτια του. Όταν αλλάζει θέσεις. Όταν πίνεις απ’ τον καφέ του. Όταν οι θέσεις μένουν κενές. Σε κάθε λέξη που είναι πιασμένη χειροπόδαρα. Α! Και στο χρώμα τ’ ουρανού. Σε νιώθω στην μεταφυσική των παλμών. Στο κοσμικό σου άγχος. Στην εφημερία των λέξεων. Στα νεκρά λουλούδια. Στα όνειρα. Στην Πατησίων. Τα όνειρα; Στην πυρά! Προϋπαντήσεις πόνου. Μας περιμένει η πραγματικότητα των μηχανών εκεί πάνω. Των συμβολαίων και των στεφάνων. Από κάτω η ουτοπία. Εκεί καταλαβαίνω τις λέξεις σου. Πιασμένες χειροπόδαρα. Στο λιοπύρι του χειμώνα. Στα γεμάτα υγρασία φιλιά. Εκεί νιώθω τις λέξεις σου. Όταν βγαίνω από την ουτοπία που έσκαψες.
Σαν αρουραίος της μνήμης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου