Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

ΒΙΑ, Η ΜΑΜΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


Όποιος παράγει μηδενισμό, τον βρίσκει απέναντί του

Ακόμη κι όσοι δεν πιστεύουν ότι η βία είναι η μαμή της ιστορίας θα συμφωνήσουν πως αποτελεί δημιούργημα και υποπροϊόν δεδομένων οικονομικών και πολιτικών σχέσεων. Οι κοινωνίες, λοιπόν, κάποια στιγμή θα αντιμετωπίσουν τη βία που παράγουν. Η ελληνική κοινωνία, με τις ιδιαίτερες έστω ιστορικές αναφορές και αναμνήσεις της, επέλεξε και εν πολλοίς κατάφερε να προσδεθεί, έστω και με τη γνωστή ελληνική ελαφρότητα, στο κυρίαρχο σχήμα το οποίο οδηγούσε αδιαμφισβήτητα, μέχρι και το περασμένο φθινόπωρο, το άρμα της παγκοσμιοποίησης.
Τι συμβαίνει όμως όταν αυτό το άρμα σταματά απότομα να κινείται και να ικανοποιεί τις όποιες προσδοκίες έχει καλλιεργήσει;
Οι αυτάρεσκα αποκαλούμενες «κοινωνίες της αφθονίας» στη Δύση, ανάμεσά τους και η ελληνική, χτυπημένες από την οικονομική κρίση, αντιλαμβάνονται με οδύνη πως το καταναλωτικό όραμα που τις καθοδηγούσε δεν είναι αρκετό για να διατηρήσει τη συνοχή τους.
Από τη στιγμή που αυτό το όραμα ξεθωριάζει για ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού, κυρίως τη νεολαία, διαλυτικά φαινόμενα αποσύνθεσης εμφανίζονται ολοένα και συχνότερα. Καθώς μάλιστα η πολιτική έχει προ πολλού μετατραπεί σε θεραπαινίδα της οικονομικής εξουσίας, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί προβάλλουν ως οι μόνοι ικανοί να διασφαλίσουν τη συνοχή.
Η βία, ακόμη και η «βία στη βία», ουδέποτε εξασφάλισαν τη συνοχή. Αποτέλεσμά τους είναι η διάλυση και η – διά του φόβου – σιωπή της κοινωνίας, η οποία σίγουρα πολλά έχει να πει και να πράξει απαιτώντας, έστω και κάπως αργά, την επιστροφή της πολιτικής. Αυτής όμως της πολιτικής που βάζει στόχο την ικανοποίηση των αναγκών των πολλών και όχι την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ελαχίστων.
Το σημερινό κενό πολιτικής, η ακατάσχετη αναπαραγωγή μιας κενολογίας που αγγίζει τα όρια του γκροτέσκου, η αδυναμία να διατυπωθεί ένα όραμα που να ξεπερνά την ασαφή υπόσχεση απλώς για μια λιγότερο κακή διαχείριση είναι το εκρηκτικό μείγμα που παράγει την αίσθηση του μηδενός σε όλα τα επίπεδα. Όμως ένα πολιτικό σύστημα που παράγει μηδενισμό είναι βέβαιο ότι θα τον βρει απέναντί του. Ενίοτε και σε μεγέθη τα οποία δεν θα μπορούσε να φανταστεί...
(Ποντίκι, 26.2.2009)

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ... ΣΩΒΡΑΚΟΛΑΣΤΙΧΑ


Μετά από 54 περίπου, μεγάλα και μικρότερα σκάνδαλα των κυβερνήσεων Καραμανλή, η πολιτική ευθύνη αποκτά την εικόνα που της αξίζει στο σύγχρονο τοπίο.
Γιατί ο Καραμανλής εκτός από υπεύθυνος και καταλληλότερος πρωθυπουργός, τελευταία έχει εντρυφήσει και στη δύσκολη επιστήμη της γλωσσολογίας και δη της ετυμολογίας.
Έτσι η λέξη ευθύνη δεν είναι αυτό που ήξερες αδαή και ηλίθιε έλληνα υπήκοε. Δεν ισχύει πλέον (τόσο εξόφθαλμα τουλάχιστον) για τους πολιτικούς ταγούς, μικρούς ή μεγάλους, η έννοια της ευθύνης όπως ισχύει για σένα. Η πολιτική ευθύνη έχει τρεις απολήξεις.
Παραθέτω κάποια παραδείγματα απλά, για να καταλαβαινόμαστε.
1) Ανάλαβε και εσύ μια ευθύνη, μπορείς.
ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
Πες, ότι είσαι ανήλικος και συστηματικά κλέβεις από τον ψιλικατζή της γειτονιάς σου τσιγάρα. Αν δεν σε γραπώσει, σίγουρα ο πατέρας σου δεν έχει καμία ευθύνη. Αν πάλι σε γραπώσει, τότε ναι μεν έχει την ευθύνη, αλλά δεν θα τιμωρηθεί αν την αναλάβει. Eιδικά αν έχει πάρει χαμπάρι από τον Γενάρη ότι εσύ κλέβεις και αναλάβει την ευθύνη κατά τον Αύγουστο ( ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΑΧΙΕΣ ΟΙ ΜΎΓΕΣ), τότε δεν μπορεί να του πει κανείς κουβέντα. Αν ο πατέρας σου πάει και πει στον κυρ-Τάσο, ότι έχει δίκιο που φωνάζει για τα τσιγάρα του, αλλά ότι έχει όλη την καλή διάθεση να αναλάβει την ευθύνη, τότε το θέμα έχει λυθεί. Αναλαμβάνει δηλαδή ο μπαμπάς την ευθύνη, αλλά χωρίς συνέπειες. Ούτε αψιμαχίες με τον κυρ Τάσο, ούτε αστυνομίες, όλα όμορφα και ωραία. Έτσι δεν έκανε και ο Καραμανλής με την υπόθεση Βατοπαιδίου; Είπε ότι αναλαμβάνει την ευθύνη (ως κάποιο μέλος της «Σέχτας Επαναστατών») και μετά πήγε σπιτάκι του. Δεν μπλέχτηκε με προκηρύξεις, αστυνομίες, δικαιοσύνη και τέτοιες μαλακίες. Οι πολιτικοί έχουν την βουλή για να λένε τις παπαριές τους και μάλιστα καταχειροκροτούμενοι, δημοσία δαπάνη, από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας τους.

2) Αν δεν αναλάβεις την ευθύνη, τουλάχιστον πρέπει να φύγεις.
ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ ΚΑΙ ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΥ
Έχεις αφήσει, ως υπάλληλος του κυρ Τάσου, τους φίλους σου να κατακλέβουν τα τσιγάρα του ψιλικατζίδικου, δηλαδή κάνεις τα στραβά μάτια. Η γειτονιά κάτι έχει ακούσει, αλλά εσύ δεν παραδέχεσαι τίποτα. Ζητάς αποδείξεις από τους κατήγορούς σου και αφού δεν υπάρχουν, δε το κουνάς ρούπι. Εμ δεν έχουν αποδείξεις εμ και να σε κατηγορούν; Αυτό είναι πρωτάκουστο. Ένας φίλος σου που έχει μπλέξει παλιότερα σε τέτοιες δουλειές, σε συμβουλεύει να την κάνεις σιγά-σιγά με ελαφρά, ώστε και εσύ να μην αντιμετωπίσεις πρόβλημα και οι φίλοι σου να βγούνε λάδι.
Αν και ο πατέρας σου ήταν ταχυδρόμος, αποφασίζεις να μην το πεις στον κυρ Τάσο ως δικαιολογία, γιατί σου φαίνεται χοντρή μαλακία.

3) Όταν μιλάς, θα αναλαμβάνεις και την ευθύνη.
ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΛΥΖΟΥ
Είσαι νέος γιατρός και συζητώντας με συναδέλφους σου, μεταξύ αυτών και ο διευθυντής του νοσοκομείου που εργάζεσαι, πάνω στην κουβέντα λες, ότι όλοι οι γιατροί χρηματίζονται, «τσιμπάνε» τα λεγόμενα φακελάκια δηλαδή. Την επόμενη μέρα ο διευθυντής του νοσοκομείου σε απολύει, γιατί θεωρεί ανεπίτρεπτα τα όσα υποστήριξες την προηγούμενη μέρα. Προσπαθώντας να υποστηρίξεις τον εαυτό σου, ισχυρίζεσαι, ότι την ίδια γνώμη έχει το 99% των ανθρώπων που γνωρίζεις. Ο διευθυντής απαντάει πως ναι μεν έχεις δίκιο, όμως εμμένει στην απόφαση του για απόλυσή σου, γιατί δεν μπορείς να λες ό,τι θες μέσα στον ιερό χώρο του νοσοκομείου, ακόμα κι αν αυτό που λες όντως συμβαίνει. Αυτό που είπες, πιστεύει ότι προκαλεί τους συναδέλφους σου.
Άφησε λοιπόν τις πολλές κουβέντες, γιατί σημασία δεν έχει ό,τι γίνεται αλλά ό,τι λέγεται.

Έδωσα τρία παραδείγματα για αυτό που ονομάζω «πολιτική ευθύνη-σωβρακολάστιχο».
Ελπίζω να μην κουραστήκατε.
Τώρα, όλοι μαζί ας αναφωνήσουμε

ΖΗΤΩ Ο ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ
ΖΗΤΩ Η Ν(έα) Δ(ολοπλοκία)
ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ
ΖΗΤΩ Η ΔΕΞΙΑ ΗΘΙΚΗ

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ - ΜΙΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ




A Fragment from the "Letter to the Father"
Translated into Greek by Alexandros Kypriotis



Σέλεζεν

Πολυαγαπημένε πατέρα,

πρόσφατα με ρώτησες κάποια φορά γιατί ισχυρίζομαι πως σε φοβάμαι. Εγώ δεν ήξερα, ως συνήθως, τι να σου απαντήσω, εν μέρει ακριβώς λόγω του φόβου που νιώθω για σένα, εν μέρει επειδή στην αιτιολόγηση του φόβου αυτού συγκαταλέγονται πάρα πολλές λεπτομέρειες, που εν τη ρύμη του λόγου εγώ ούτε κατά το ήμισυ δεν θα μπορούσα να τις συγκρατήσω. Κι αν εδώ προσπαθώ να σου απαντήσω γραπτώς, μόνο ανολοκλήρωτο κατά πολύ θα αποβεί και τούτο, επειδή και κατά τη γραφή ο φόβος και οι συνέπειές του με κωλύουν έναντί σου κι επειδή το μέγεθος του υλικού εν γένει υπερβαίνει κατά πολύ τη μνήμη μου και το λογικό μου.

Για σένα το ζήτημα αποδεικνυόταν πάντοτε πολύ απλό, τουλάχιστον στον βαθμό που μιλούσες εσύ γι’ αυτό ενώπιόν μου και, αδιακρίτως, ενώπιον πολλών άλλων. Εσένα σου φαινόταν να είναι κάπως έτσι: Εσύ εργαζόσουν σκληρά σ’ όλη σου τη ζωή, τα πάντα για τα παιδιά σου, προ πάντων για εμένα τα θυσίαζες, εγώ έκαμνα συνεπώς «ζωή χαρισάμενη», είχα πλήρη ελευθερία να μάθω ό,τι ήθελα, κανέναν λόγο δεν είχα να έχω έγνοιες για την καθημερινή διατροφή, να έχω έγνοιες συνεπώς εν γένει• εσύ αντ’ αυτών καμμίαν ευγνωμοσύνη δεν αξίωνες, γνωρίζεις «την ευγνωμοσύνη των παιδιών», αλλά εν τούτοις τουλάχιστον μια κάποια ανταπόκριση, δείγμα κάποιας ευσπλαχνίας• αντί γι’ αυτά εγώ ανέκαθεν πήγαινα και κρυβόμουν από σένα, στο δωμάτιό μου, στα βιβλία, σε τρελούς φίλους, σε υπερβολικές ιδέες• ανοιχτά εγώ ούτε μία φορά δεν μίλησα μαζί σου, στον ναό δεν ερχόμουν κοντά σου, στα λουτρά στο Φράντσενσμπαντ ουδέποτε σε επισκέφθηκα, ούτε κατά τα άλλα έδειξα ποτέ ενδιαφέρον για την οικογένεια, για το εμπορικό και για τις άλλες σου τις υποθέσεις δεν γνοιάστηκα, το εργοστάσιο το φόρτωσα σ’ εσένα κι ύστερα σ’ εγκατέλειψα, την Όττλα την υποστήριξα στην αυτογνωμοσύνη της κι ενώ για σένα δεν κουνώ ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι (ούτε καν ένα εισιτήριο για το θέατρο δεν σου φέρνω), για τους ξένους κάμνω τα πάντα. Αν ανακεφαλαιώσεις την κρίση σου για μένα, θα προκύψει πως εσύ δεν με κατηγορείς ασφαλώς για κάτι τι όντως ανάρμοστο ή κακό (μ’ εξαίρεση ίσως την τελευταία μου πρόθεση να νυμφευθώ), αλλά για ψυχρότητα, απομάκρυνση, αγνωμοσύνη. Και μάλιστα με κατηγορείς γι’ αυτά έτσι, σαν να ήταν δικό μου το φταίξιμο, σαν να μπορούσα εγώ με κάποιον ελιγμό να διευθετήσω αλλιώς το όλο πράγμα, ενώ εσύ δεν έχεις την παραμικρή ευθύνη γι’ αυτό, παρά μόνο μίαν ίσως, ότι εσύ παραήσουν καλός μαζί μου.

Τούτον τον συνήθη τον τρόπο σου να τα παρουσιάζεις τον θεωρώ σωστό μόνο υπό την έννοια ότι κι εγώ πιστεύω πως εσύ δεν έχεις παντελώς καμμίαν ευθύνη για την αποξένωσή μας. Αλλά υπό την ιδίαν έννοια δεν έχω παντελώς καμμίαν ευθύνη και εγώ. Αν μπορούσα να σε κάμω να το αναγνωρίσεις τούτο, τότε θα ήταν δυνατή - όχι κάποια ζωή καινούργια, γι’ αυτό παραείμαστε κι οι δυο πολύ μεγάλοι, αλλά ωστόσο κάποια μορφή γαλήνης, όχι κάποια κατάπαυση, αλλά ωστόσο κάποιος κατευνασμός των ακατάπαυστων των κατηγοριών σου.

Κάποιαν ιδέα γι’ αυτά που σκοπεύω να πω την έχεις παραδόξως. Έτσι μου είπες λ.χ. τις προάλλες: «Εγώ πάντοτε σε αγαπούσα, έστω κι αν εγώ εξωτερικά δεν ήμουν μαζί σου όπως συνηθίζουνε να είναι οι άλλοι πατεράδες, ακριβώς επειδή εγώ δεν μπορώ να προσποιούμαι όπως οι άλλοι». Λοιπόν, εγώ, πατέρα, ουδέποτε αμφέβαλα εν τω συνόλω για τη δική σου την αγάπη έναντί μου, αλλά την παρατήρηση αυτή τη θεωρώ εσφαλμένη. Εσύ δεν μπορείς να προσποιείσαι, είναι σωστό αυτό, αλλά το να επιμένεις μόνο για τούτον τον λόγο να ισχυρίζεσαι πως οι άλλοι πατεράδες προσποιούνται είτε είναι ξερή ισχυρογνωμοσύνη, που δεν επιδέχεται περαιτέρω συζήτηση, ή πάλι – και αυτό είναι πράγματι κατά τη γνώμη μου – η κεκαλυμμένη έκφραση για το ότι μεταξύ μας κάτι δεν έχει ως όφειλε και ότι αυτό το προξένησες κι εσύ, χωρίς όμως να ευθύνεσαι. Αν πράγματι αυτό εννοείς, τότε είμαστε σύμφωνοι.

Δεν λέγω φυσικά πως αυτό που είμαι εγώ έγινα μόνο μέσω της δικής σου της επίδρασης. Τούτο θα ήταν πολύ υπερβολικό (κι εγώ κλίνω ασφαλώς προς τούτη την υπερβολή). Είναι πάρα πολύ πιθανό εγώ, ακόμη κι αν είχα μεγαλώσει εντελώς ελεύθερος απ’ τη δική σου την επιρροή, να μην είχα ωστόσο μπορέσει να γίνω ένας άνθρωπος κατά πώς τό ’θελε η καρδιά σου. Θα είχα γίνει κατά πάσα πιθανότητα ένας αδύναμος, φοβητσιάρης, διστακτικός, ανήσυχος άνθρωπος, ούτε Ρόμπερτ Κάφκα ούτε Καρλ Χέρμανν, αλλά ωστόσο εντελώς διαφορετικός απ’ ό,τι πράγματι είμαι εγώ, και θα είχαμε μπορέσει να τα πηγαίνουμε εξαίρετα ο ένας με τον άλλον. Θα ήμουν ευτυχής να σε έχω φίλο, προϊστάμενο, θείο, παππού, ακόμη μάλιστα (αν και με κάποιον μεγαλύτερο δισταγμό) και πεθερό. Μόνο ως πατέρας παραήσουν δυναμικός για μένα, ιδιαίτερα εφόσον οι αδελφοί μου απέθαναν μικροί, οι αδελφές ήρθαν πολύ αργότερα, εγώ επομένως έμελλε να υπομείνω εντελώς μονάχος το πρώτο χτύπημα, γι’ αυτό παραήμουν αδύναμος εγώ.

Σύγκρινε τους δυο μας: εγώ, για να το εκφράσω πολύ συντομευμένα, ένας Λαίβυ μ’ ένα συγκεκριμένο καφκέικο υπόβαθρο, ο οποίος όμως δεν κινητοποιείται από την καφκέικη βούληση για ζωή, για επιχειρήσεις, για κατακτήσεις, αλλά από ένα λαιβέικο αγκάθι, που επιδρά πιο μυστικά, πιο δειλά, προς άλλες κατευθύνσεις και συχνά εν γένει παύει. Εσύ αντιθέτως ένας πραγματικός Κάφκα σε δυναμικότητα, υγεία, όρεξη, ένταση της φωνής, ομιλητικότητα, αυτοϊκανοποίηση, υπεροχή έναντι του κόσμου, επιμονή, ευστροφία, ανθρωπογνωσία, σε μια κάποια συγκεκριμένη γενναιοδωρία, με όλα επίσης φυσικά τα συνοδευτικά τούτων των προτερημάτων σφάλματα και αδυναμίες, στα οποία σε οδηγεί η ιδιοσυγκρασία σου κι ενίοτε η αψιθυμία σου. Καθ’ ολοκληρίαν Κάφκα ίσως δεν είσαι στη γενική την κοσμοθεωρία σου, απ’ όσο μπορώ να σε συγκρίνω με τον θείο Φίλιπ, τον Λούντβιχ, τον Χάινριχ. Τούτο είναι παράδοξο, ούτε κι αυτό μου είναι πλήρως κατανοητό. Εκείνοι ήσαν όλοι πιο χαρωποί, πιο ζωηροί, πιο ανεπιτήδευτοι, πιο ανέμελοι, λιγότερο αυστηροί απ’ ό,τι εσύ. (Απ’ αυτά άλλωστε κληρονόμησα εγώ πολλά από εσένα και την κληρονομιά τη διαχειρίστηκα πάρα πολύ καλά, χωρίς παρ’ όλα ταύτα να έχω τα απαραίτητα αντισταθμίσματα στη φύση μου εγώ, όπως εσύ τα έχεις.) Ωστόσο κι εσύ αφ’ ετέρου έζησες δύσκολα από την άποψη αυτή διάφορες εποχές, ίσως ήσουν πιο χαρωπός, προτού αρχίσουνε τα παιδιά σου, κι ιδιαίτερα εγώ, να σ’ απογοητεύουνε και να σε στενοχωρούν στο σπίτι (όποτε έρχονταν ξένοι, εσύ ήσουν βέβαια αλλιώς) κι ίσως και τώρα έχεις γίνει πάλι πιο χαρωπός, εφόσον τα εγγόνια σου κι ο γαμπρός σου σου δίνουν πάλι κάτι από ’κείνη τη θαλπωρή που τα παιδιά σου, εκτός ίσως της Βάλλι, δεν μπόρεσαν να σου τη δώσουν.

Εν πάση περιπτώσει εμείς ήμαστε τόσο διαφορετικοί και μέσα στη διαφορετικότητα αυτή τόσο επικίνδυνοι ο ένας για τον άλλον, που, αν είχε θελήσει να υπολογίσει κανείς εκ των προτέρων πώς θα συμπεριφερόμαστε ο ένας στον άλλον, εγώ, το αργά-αργά αναπτυσσόμενο παιδί, κι εσύ, ο ολοκληρωμένος άνδρας, θα μπορούσε να είχε υποθέσει πως εσύ απλώς θα με ποδοπατούσες μέχρι που δεν θ’ απέμενε τίποτε από μένα. Τούτο όμως δεν συνέβη, τα της ζωής δεν υπολογίζονται, ίσως όμως συνέβησαν χειρότερα. Παρεμπιπτόντως σε παρακαλώ όμως και πάλι να μην ξεχνάς πως εγώ ούτε κατά διάνοια ουδέποτε θα πιστέψω πως υπάρχει ευθύνη απ’ τη δική σου την πλευρά. Εσύ επέδρασες επάνω μου έτσι όπως έμελλε να επιδράσεις, μόνο που θα πρέπει να πάψεις να θεωρείς ιδιαίτερα κακό απ’ τη δική μου την πλευρά το ότι σ’ εκείνη την επίδραση εγώ υπέκυψα.

Εγώ ήμουν ένα φοβητσιάρικο παιδί, παρά ταύτα ήμουν σίγουρα και ξεροκέφαλος, όπως είναι τα παιδιά, με κακομάθαινε σίγουρα κι η μητέρα, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω πως ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να καθοδηγηθώ, δεν μπορώ να πιστέψω πως ένας ευγενικός λόγος, ένα ήρεμο κράτημα του χεριού, ένα καλοκάγαθο βλέμμα δεν θα μπορούσε να είχε αξιώσει από μένα ό,τι θα ήθελε κανείς. Τώρα εσύ είσαι βέβαια κατά βάθος ένας καλοσυνάτος κι αβρός άνθρωπος (όσα ακολουθούν δεν αντιφάσκουνε προς αυτό, εγώ θα μιλήσω βέβαια μόνο για την παρουσία με την οποία επιδρούσες στο παιδί), δεν είναι όμως τόσο επίμονο κι ατρόμητο κάθε παιδί, ώστε να ψάχνει τόσο πολύ χρόνο, μέχρι να φθάσει στην καλοσύνη. Εσύ μπορείς να μεταχειρίζεσαι ένα παιδί μόνο έτσι, όπως ακριβώς είσαι πλασμένος εσύ ο ίδιος, με δύναμη, με φασαρία κι αψιθυμία, κι εν τοιαύτη περιπτώσει αυτό σου φαινόταν πέραν τούτου κατάλληλο πολύ, ακριβώς επειδή εσύ ήθελες να μ’ αναστήσεις έναν ρωμαλέο, θαρραλέο νεανία.

Τα δικά σου τα παιδαγωγικά τα μέσα στα πρώτα-πρώτα χρόνια δεν μπορώ σήμερα φυσικά να τα περιγράψω άμεσα, αλλά μπορώ να τα φανταστώ κάπως συμπεραίνοντας από τα μετέπειτα τα χρόνια κι από τη δική σου μεταχείριση του Φέλιξ. Το οποίο ακριβώς έρχεται να οξύνει η παρατήρηση ότι εσύ εκείνον τον καιρό ήσουν νεώτερος, και ως εκ τούτου πιο ζωηρός, πιο ατίθασος, πιο αυθεντικός, ακόμη πιο ξέγνοιαστος απ’ ό,τι σήμερα και ότι πλην τούτου ήσουν καθ’ ολοκληρίαν δεσμευμένος στο εμπορικό, ούτε μια φορά την ημέρα δεν μπορούσες να μου κάμεις τη χάρη να σε δω και γι’ αυτό μού έκαμνες ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση, η οποία ουδέποτε ισοπεδώθηκε να γίνει συνήθεια.

Άμεσα θυμάμαι μόνο ένα περιστατικό από τα πρώτα χρόνια, θα το θυμάσαι ίσως και εσύ. Κλαψούριζα μια φορά τη νύχτα ζητώντας συνεχώς νερό, σίγουρα όχι από δίψα, αλλά κατά πάσα πιθανότατα εν μέρει για πείραγμα, εν μέρει για να διασκεδάσω. Αφού κάποιες έντονες απειλές δεν ωφέλησαν, με τράβηξες απ’ το κρεβάτι εσύ, μ’ έβγαλες σηκωτό στο μεσαύλι και μ’ άφησες εκεί μονάχο έξω απ’ την πόρτα την κλειστή να στέκω για λίγο με το νυχτικό. Δεν θέλω να πω πως δεν ήταν σωστό αυτό, ίσως εκείνον τον καιρό να μην ήταν πράγματι δυνατόν με άλλον τρόπο να εξασφαλιστεί η νυχτερινή ησυχία, θέλω όμως μ’ αυτό να χαρακτηρίσω τα δικά σου τα παιδαγωγικά τα μέσα και την επίδρασή τους σ’ εμένα. Εγώ εκείνον τον καιρό ήμουν εκ των υστέρων μάλλον ήδη πειθαρχικός, αλλά μου έμεινε ένα εσωτερικό τραύμα απ’ αυτό. Το κατ’ εμέ αυτονόητο του να ζητώ ανόητα νερό και το εξαιρετικά τρομαχτικό του να με βγάζεις έξω σηκωτό ουδέποτε μπόρεσα να τα συνδυάσω εγώ σωστά σύμφωνα με τη δική μου φύση. Ακόμη κι ύστερα από χρόνια υπέφερα από τη βασανιστική φαντασίωση ότι ο πελώριος ο άνδρας, ο πατέρας μου, η εσχάτη κρίση, μπορούσε να έρθει σχεδόν χωρίς αιτία και μέσα στη νύχτα να με βγάλει απ’ το κρεβάτι σηκωτό στο μεσαύλι κι ότι εγώ επομένως ήμουν ένα μηδενικό για ’κείνον.

Τούτο ήταν εκείνον τον καιρό μια μικρή αρχή μόνο, αλλά αυτό το συναίσθημα της μηδαμινότητας που συχνά με καταλαμβάνει (ένα από μιαν άλλην άποψη παρ’ όλα ταύτα επίσης ευγενές και γόνιμο συναίσθημα) κρατά εν πολλοίς απ’ τη δική σου την επιρροή. Εγώ χρειαζόμουν λίγην ενθάρρυνση, λίγην ευγένεια, λίγο άνοιγμα του δρόμου μου, αντί γι’ αυτό εσύ μου τον έφραζες, με την καλή πρόθεση βέβαια να πάρω άλλον δρόμο. Αλλά για ’κείνα δεν έκαμνα εγώ. Μ’ ενθάρρυνες λ.χ., όποτε χαιρετούσα και παρήλαυνα καλά, αλλά εγώ δεν ήμουν μελλοντικός στρατιώτης, ή μ’ ενθάρρυνες, όποτε μπορούσα να τρώγω πολύ ή να πίνω μάλιστα και μπύρα επιπλέον, ή όποτε μπορούσα να τραγουδώ επαναλαμβάνοντας τραγούδια χωρίς να τά ’χω καταλάβει, ή να ψιττακίζω τις δικές σου τις αγαπημένες τις εκφράσεις, αλλά τίποτε απ’ αυτά δεν ήταν για το μέλλον το δικό μου. Κι είναι χαρακτηριστικό το ότι εσύ ο ίδιος σήμερα μ’ ενθαρρύνεις σε κάτι όντως μόνο τότε, όποτε μαζί μ’ εμένα πλήττεσαι κι εσύ ο ίδιος, ή όποτε πρόκειται για το δικό σου το αυτοσυναίσθημα, το οποίο θίγω εγώ (λ.χ. με την πρόθεσή μου να νυμφευθώ) ή το οποίο θίγεται μέσω εμού (όποτε λ.χ. μ’ εξυβρίζει ο Πέπα). Τότε μ’ ενθαρρύνεις, μου θυμίζεις την αξία μου, μου υποδεικνύεις τους καλούς τους γάμους που θα είχα κάθε δικαίωμα να κάμω, κι ο Πέπα καταδικάζεται πλήρως. Αλλά πέραν του ότι η ενθάρρυνση στην τωρινή μου ηλικία ήδη σχεδόν εμένα δεν μ’ εγγίζει, ως προς τι θα με ωφελούσε, αν εμφανίζεται μόνο τότε, όπου κατά κύριο λόγο δεν πρόκειται για μένα;

Εκείνον τον καιρό κι εκείνον τον καιρό παντού τη χρειαζόμουν την ενθάρρυνση εγώ. Εμένα ήδη με κατέθλιβε η σωματική σου διάπλαση και μόνο. Θυμάμαι λ.χ. πώς γδυνόμαστε συχνά-πυκνά μαζί σε κάποια καμπίνα. Εγώ λιπόσαρκος, αδύναμος, μια σταλιά, εσύ δυνατός, ψηλός, ευρύστερνος. Ήδη μέσα στην καμπίνα ένιωθα αξιοθρήνητος εγώ, και μάλιστα όχι μόνο ενώπιόν σου, αλλά ενώπιον όλου του κόσμου, διότι εσύ ήσουν για μένα το μέτρο όλων των πραγμάτων. Όταν όμως βγαίναμε ύστερα από την καμπίνα κι εμφανιζόμαστε ενώπιον των ανθρώπων, εγώ απ’ το χέρι σου, ένας μικρός σκελετός, ανασφαλής, ξυπόλυτος επάνω στις σανίδες, φοβούμενος το νερό, ανίκανος να μιμηθώ τις δικές σου τις κολυμβητικές κινήσεις, που εσύ μου τις έδειχνες με καλές προθέσεις, αλλά κάμνοντας με στην πραγματικότητα να ντρέπομαι συνεχώς βαθύτατα, τότε εγώ πολύ απελπιζόμουν κι όλες οι άσχημες οι εμπειρίες μου σ’ όλους τους τομείς τέτοιες στιγμές εναρμονίζονταν μεγαλοπρεπώς. Το καλύτερο για μένα ήταν μάλιστα όταν εσύ ενίοτε γδυνόσουν πρώτος κι εγώ μπορούσα να μένω μονάχος στην καμπίνα και ν’ αναβάλλω την ατίμωση της δημόσιας εμφάνισης, μέχρι που εσύ ερχόσουν επί τέλους να κοιτάξεις και με τραβούσες απ’ την καμπίνα έξω. Ευγνώμων σου ήμουν εγώ γι’ αυτό, που εσύ φαινόσουν τάχα να μην προσέχεις τη δική μου την απόγνωση, κι ήμουν υπερήφανος για το σώμα του πατέρα μου. Άλλωστε η διαφορά αυτή υφίσταται μεταξύ μας ακόμη και σήμερα με παρόμοιο τρόπο.

Εκείνης ανάλογη ήταν εν συνεχεία η πνευματική σου η πρωτοκαθεδρία. Εσύ είχες ανέλθει μονάχος με τη δική σου τη δύναμη τόσο ψηλά, κι είχες κατά συνέπεια απεριόριστη εμπιστοσύνη στη δική σου τη γνώμη. Τούτο δεν ήταν για μένα ως παιδί ούτε κατά διάνοια τόσο εκτυφλωτικό όσο μετέπειτα για τον νεαρό άνθρωπο που μεγάλωνε. Από την πολυθρόνα σου κυβερνούσες εσύ τον κόσμο όλο. Η δική σου η γνώμη ήταν σωστή, κάθε άλλη ήταν τρελή, υπερβολική, παλαβή, αφύσικη. Συγχρόνως η αυτοπεποίθησή σου ήταν τόσο μεγάλη, που δεν χρειαζόταν να είσαι διόλου συνεπής κι ωστόσο ποτέ δεν έπαυες να έχεις δίκιο. Μπορούσε επίσης να τύχει να μην έχεις εσύ σε κάποιο ζήτημα καμμία γνώμη και κατά συνέπεια όλες οι γνώμες που ήσαν εν γένει δυνατές σχετικά με το ζήτημα αυτό έμελλε χωρίς εξαίρεση να είναι εσφαλμένες. Εσύ μπορούσες λ.χ. να υβρίζεις τους Τσέχους, ύστερα τους Γερμανούς, ύστερα τους Εβραίους, και μάλιστα όχι μόνο επιλεκτικά, αλλά από κάθε άποψη, κι εν τέλει κανείς άλλος δεν έμενε εκτός από εσένα. Εσύ αποκτούσες για μένα την αινιγματικότητα που έχουν όλοι οι τύραννοι που το δίκιο τους εδράζεται στο πρόσωπό τους, κι όχι στη σκέψη. Τουλάχιστον έτσι φαινόταν σ’ εμένα.

Εν τω μεταξύ εσύ είχες ασφαλώς έναντί μου όντως εκπληκτικά συχνά δίκιο, στις συζητήσεις τούτο ήταν αυτονόητο, διότι συζητήσεις σπανίως γίνονταν, αλλά και στην πραγματικότητα επίσης. Ωστόσο κι αυτό δεν ήταν τίποτε το ιδιαίτερα ακατανόητο. Εγώ τελούσα ασφαλώς σε όλες μου τις σκέψεις υπό τη δική σου τη βαρειά την καταπίεση, ακόμη και στις σκέψεις που δεν συμφωνούσανε με τις δικές σου κι ιδιαίτερα σ’ εκείνες. Όλες εκείνες οι φαινομενικά ανεξάρτητες από εσένα σκέψεις ήσαν εξ αρχής επιβεβαρυμμένες με τη δική σου τη δυσμενή την κρίση• το να το υπομένω αυτό μέχρι την πλήρη κι αδιάλειπτη εξαγωγή της σκέψης ήταν σχεδόν αδύνατον. Δεν μιλώ εδώ για κάποιες υψηλές σκέψεις, αλλά για κάθε μία μικρή απόπειρα της παιδικής μου ηλικίας. Αρκούσε μόνο να είναι ευτυχής ο άλλος για κάποιο ζήτημα, να τον πληροί αυτό, νά ’ρχεται σπίτι και να το εκστομίζει, κι η απάντηση ήταν ένας ειρωνικός αναστεναγμός, ένα κούνημα του κεφαλιού, ένα χτύπημα με τα δάχτυλα επάνω στο τραπέζι: «Έχω δει κι ωραιότερα» ή «Μιλάς εσύ για έγνοιες» ή «εγώ δεν έχω τόσο ήσυχο κεφάλι» ή «Άλλο και τούτο!» ή «Κοίτα να βγάλεις κάτι εσύ!» Φυσικά δεν μπορούσε ν’ απαιτεί κανείς για όλα τα παιδικά μικροπράγματα ενθουσιασμό εκ μέρους σου, όταν εσύ ζούσες μέσα στις έγνοιες και τα βάσανα. Ούτε και γι’ αυτό επρόκειτο. Επρόκειτο μάλλον για το ότι εσύ έμελλε να επιφυλάσσεις πάντοτε και κατ’ αρχήν τέτοιες απογοητεύσεις στο παιδί ένεκα της αντίθετης φύσης σου, επιπλέον ότι η αντίθεση εκείνη επιτεινόταν ακατάπαυστα μέσω της συσσώρευσης του υλικού, ούτως ώστε εν τέλει εδραιωνόταν κι από συνήθεια, όταν καμμιά φορά ήσουν της ιδίας γνώμης μ’ εμένα, και ότι τελικά εκείνες οι απογοητεύσεις του παιδιού δεν ήσαν απογοητεύσεις της συνηθισμένης ζωής, αλλά, εφόσον επρόκειτο ασφαλώς για το δικό σου το πρόσωπο, που ήταν το μέτρο των πάντων, ήσαν το επίκεντρο. Το θάρρος, η αποφασιστικότητα, η αισιοδοξία, η χαρά για τό ’να και για τ’ άλλο δεν κρατούσαν μέχρι τέλους, όταν εσύ ήσουν ενάντιος ή ακόμη κι όταν η δική σου η εναντίωση μπορούσε απλώς και μόνο να είναι πιθανή• και πιθανή μπορούσε να είναι βέβαια σχεδόν σε όλα όσα έκαμνα εγώ.

[…]

Φραντς Κάφκα: Επιστολή προς τον πατέρα. Μετάφραση - Ερμηνευτικές σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης. Ίνδικτος. Αθήναι. 2003. σ. 15-26.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΘΕΣΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ


Δολοφονική επίθεση με χειροβομβίδα στο Στέκι Μεταναστών


Χτες το βράδυ 24/2/09 στις 10:05 «άγνωστοι» πέταξαν χειροβομβίδα στο Στέκι Μεταναστών που βρίσκεται στην οδό Τσαμαδού στα Εξάρχεια (στον ίδιο χώρο στεγάζονται και τα γραφεία του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα). Εκείνη την ώρα το Στέκι ήταν γεμάτο κόσμο μιας και είχε ανοιχτή εκδήλωση ο Σύνδεσμος Αντιρρησιών Συνείδησης και συνεδρίαζε το συντονιστικό της οργάνωσης μας. Η επίθεση δεν είχε θύματα από καθαρή τύχη δεδομένου ότι η χειροβομβίδα δεν μπόρεσε να σπάσει το διπλό τζάμι του παραθύρου, έκανε γκελ, και τελικά έσκασε στη ζαρντινιέρα που βρίσκεται μπροστά στο κτίριο.

Η χτεσινή φασιστική παρακρατική δολοφονική επίθεση εντάσσεται στη γενική προσπάθεια καθεστωτικής αντεπίθεσης μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη. Όλο το τελευταίο διάστημα παρατηρούμε την όξυνση της κρατικής και παρακρατικής βίας καθώς και μια εκστρατεία μαύρης προπαγάνδας ενάντια στους χώρους αντίστασης («η άκρα Αριστερά είναι υπεύθυνη για τη βία»). Οι «άγνωστοι» που πέταξαν τη χειροβομβίδα δεν στρέφονται μόνο εναντίον μας, αλλά ενάντια συνολικά στο ανταγωνιστικό κίνημα, σε όσους και όσες εξεγέρθηκαν το Δεκέμβρη, σε όσες και όσους αρνούνται έμπρακτα τη δικτατορία των αγορών και τη «δημοκρατία» του ροπάλου.

Είναι μάλλον περιττό να πούμε ότι δεν πρόκειται να κάνουμε βήμα πίσω, είναι μάλλον περιττό να δηλώσουμε ότι το παρακράτος θα πάρει την απάντηση που του αξίζει

Αθήνα 25 Φεβρουαρίου 2009

Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα

ΜΑΣ... ΜΑΤΙΑΣΑΝ


Μας μάτιασαν εκεί στα Πατήσια. Δεν εννοώ βέβαια το παραδοσιακό μάτι, που κάποιος συνήθως γαλανομάτης σε κοζάρει και τρως τα μούτρα σου πάνω στην επόμενη κολώνα. Μακάρι να ήταν τέτοιο μάτι.
Εδώ μιλάμε για ΜΑΤιασμα μετά ξύλου και κομμένων δέντρων. Δέντρων που υψωνόντουσαν περήφανα, τολμώντας να αμφισβητούν την πρωτοκαθεδρία των τσιμεντένιων πολυκατοικιών.
Ο Δήμαρχος κατανοώντας τα κόμπλεξ των δέντρων, φρόντισε να τα απαλλάξει από το αρνητικό ψυχικό φορτίο που τους προκαλούσαν οι μεγαλουψείς πολυκατοικίες.
‘Ετσι ήρθε στα βαθιά σκοτάδια για να μην ξυπνήσει τα δέντρα και τα σκότωσε στον ύπνο, όπως κάνουν οι μαφιόζοι.
Τα δέντρα δεν μπορούν να φωνάξουν, να ζητήσουν βοήθεια, να κλάψουν.

Ο ΑΡΧΙΔΟΣΠΑΣΤΗΣ ΜΕ ΣΗΜΑ ΤΟ... ΣΦΥΡΟΔΡΕΠΑΝΟ


Το λάθος τηλεφώνημα ενός φονιά

Κ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ
Ακου με προσεχτικά φίλε, χωρίς να με διακόψεις.
Ξέρω πως έχεις βοηθήσει πολλούς ανώνυμους ν' ακουστεί η φωνή τους, γι' αυτό σε παίρνω κι εγώ.
Ελπίζω να φερθείς και σε μένα όπως στους άλλους.
Λοιπόν, ναι του την άναψα!
Και δεν το μετανιώνω, να το ξέρεις, μόνο που άλλον νόμιζα ότι βαρούσα, αν και καλά να πάθει το κωλόπαιδο, το πλουσιόπαιδο που γύρευε να κάνει πλάκα σε μας, που μας έβριζε κωλόμπατσους και τα τέτοια...
Κι όλοι εσείς που ουρλιάζετε τώρα στα κανάλια και μυξοκλαίτε, δεν ξέρετε τίποτα ή ξέρετε και κάνετε τον παλαβό. Λένε λοιπόν κάποιοι από σας πως έπρεπε να πάω σε ψυχίατρο αφού ήμουνα λέει με σπασμένα νεύρα, ή να φύγω από την Αστυνομία και να μην κρατάω όπλο και άλλα τέτοια... Τόσα ξέρουν οι κοπρίτες, οι καναλάκηδες και όλοι οι βολεμένοι. Μόνο εκείνη η καριόλα η Λιάνα σα να μου φάνηκε πως το πλησίασε το θέμα, λέγοντας πως μ' έχουνε καρφωμένο δέκα χρόνια στα Εξάρχεια! Εχει τις πληροφορίες της αυτή, όπως όλοι στο σινάφι σας, μόνο που τις χρησιμοποιείτε όπως και όταν σας βολεύει...
Νομίζω λοιπόν πως ακούω τους αραχτούς όλους στους καναπέδες να λένε, «δηλαδή δεν πρέπει όλοι να περνούν από ψυχίατρο;» και άλλες τέτοιες μαλακίες. Οπως ας πούμε, περνάνε από ψυχίατρο οι γιατροί, οι δικαστές και τόσοι άλλοι που σε σφάζουν ή σε ξεφτιλίζουν όταν σε πετυχαίνουν στο «γήπεδό» τους, τα νοσοκομεία και τα δικαστήρια δηλαδή. Δηλαδή, πόσοι σε υπεύθυνες θέσεις περνάνε από ψυχίατρο κανονικά και μετά από κάποια διαστήματα στην υπηρεσία; Δεν μπορεί να είσαι ή να φαίνεσαι καλά και ξαφνικά κάτι να στη βαρέσει; Να σε κερατώνει η γυναίκα σου ας πούμε ή κάτι άλλο σοβαρότερο ή να σε κάψει η καθημερινή υπηρεσία, ειδικά αν δε σου δίνουν άδεια, δεν πας διακοπές γιατί πότε το ένα πότε το άλλο, η υπηρεσία θεωρεί πως πρέπει να ανακαλέσει τις άδειες και όλα τα σχετικά; Για να μη σου θυμίσω πως οι τελευταίοι που μπορούν να εξετάσουν και να κρίνουν αν είσαι ψυχικά εντάξει είναι οι ψυχίατροι, έτσι δε λένε; Και να μη σου θυμίσω πόσοι πολιτικοί αποδείχτηκε πως ήταν βαρεμένοι και σε άλλη περίπτωση θα τους είχανε δεμένους, όχι αμολητούς να κυβερνάνε τον κοσμάκη, ούτε να σου θυμίσω πόσοι στρατιωτικοί που δίνουν διαταγές στα παιδάκια είναι για τα σίδερα, άσε που... αλλά τι να πρωτοπείς...
Λοιπόν, εγώ, είν' αλήθεια πως υπηρετώ κοντά δέκα χρόνια εκεί, που λέει η έτσι. Το προσπάθησα τρεις φορές μετά τα τρία πρώτα χρόνια να την κάνω με μετάθεση, έπιασα διάφορους, παρακάλεσα αλλά τίποτα! Δεν είχα βλέπεις βύσμα, άσε που είχα και τη φωλιά μου λερωμένη από την αρχή. Υστερα τα παράτησα και κάπου μάλλον βολεύτηκα, έμαθα τη «δουλειά», έμαθα να λουφάρω και κοίταξα να στήσω κι εγώ μια οικογένεια που μέχρι τότε είχα στερηθεί. Αλλά ησυχία δεν είχαμε ποτέ. Πότε ο ένας πότε ο άλλος είμαστε οι μόνιμοι στόχοι. Οι πολιτικοί και οι διάφοροι κομπιναδόροι κάνουν τις αρπαχτές τους κι εμείς γινόμαστε σάκοι του μποξ - «γι' αυτό πληρώνεστε ρεμάλια!» φωνάζει συχνά ο διοικητής, ενώ οι υψηλά ιστάμενοι είναι πιο ευγενείς αλλά και πιο σκληροί. «Κυρίους» μας προσφωνούν αλλά στάζουνε φαρμάκι και μας στέλνουν στο στόμα του λύκου.
Ξέρεις πόσες φορές πήγαν να με κάψουν σαν λαμπάδα αυτά τα κωλόπαιδα, οι φονιάδες οι κουκούλες; Ξέρεις με τι τέχνη φτιάχνουν και πετάνε τις μολότοφ; Πάνω στη μαρκίζα τις αμολάνε κάτω από κει που καθόμαστε να προστατευτούμε, κι έρχεται η φωτιά και σε λούζει... τρεις φορές με έχουνε κάψει και τη γλίτωσα με μέτρια εγκαύματα σε όλο το σώμα. Ξέρεις εσύ που με δείχνεις με το δάχτυλο, ξέρεις πόσες φορές γύρισα στο σπίτι με τα αίματα και το δέρμα μου καμένο και με ρωτούσαν τα παιδιά μου τι έπαθα και κρυβόμουνα για να μη με δουν καμένο και κλαίγανε;
Ενα κομμάτι ψωμί έβγαζα κι εγώ, το παιδί της παραδουλεύτρας από το χωριό, με τον πατέρα χαμένο στο πιοτό, να γυρίζει στο σπίτι και να τσακίζει στα χαστούκια κι εμένα και τη μάνα μου γιατί δεν του άρεσε πότε το ένα πότε το άλλο...
Και πώς βρέθηκα στο Σώμα δε θα το αναλύσω, αν και ξέρω πως όλοι ξέρετε πάνω - κάτω με ποιο τρόπο μας χώνουν στο τσουβάλι, όπως τα φίδια που τα αμολάνε μετά - μας αμολάνε δηλαδή, γιατί να μην το ομολογήσω; - μας στέλνουνε καταπάνω στον κοσμάκη. Λεπτομέρειες δεν τολμάω να σου πως, πάντως εκείνο το βράδυ αφού με σύρανε με κλοτσιές και μπουνιές στην Ασφάλεια, με μούρη πρησμένη και αίματα να τρέχουν από τα χείλια και τη σπασμένη μύτη - όλα για μια μηχανή που είχα κλέψει από το πάρκινγκ, κάναμε απίθανες κόντρες τότε, τι άλλο να κάναμε, πεταμένοι απ' όλους, μάνα, πατέρα, χωρίς φράγκο στην τσέπη, από το σχολείο τρεις αποβολές και στο τέλος έπρεπε ν' αλλάξω σχολείο, και τι να το κάνω το σχολείο; - αφού λοιπόν με αφήσανε χωρίς φαΐ και νερό τρεις μέρες, μου είπαν: «ή δέκα χρόνια μέσα ή στην Αστυνομία και θα κάνεις ό,τι σου λέμε, γκέγκε μάγκα;». Διάλεξα τα σίγουρο ψωμί και να μας, δέκα χρόνια στη σφηκοφωλιά, στα Εξάρχεια με όλο εκείνο το αληταριό, που τους ήξερα και από τη μια και από την άλλη - και ανάμεσά τους κάμποσους παραστρατημένους. Μήπως ξέρεις φίλε τι ρόλο παίζουν πολλοί από αυτούς; Δικοί μας είναι, τι δικοί μας δηλαδή, της Ασφάλειας είναι και από κει παίρνουν οδηγίες, πότε θα την ανάψουν τη μια ή την άλλη φωτιά εδώ κι εκεί! Για πες μου εσύ που είσαι έξυπνος και σπουδαγμένος, γιατί δε χτυπάνε κανένα στόχο πλουτοκρατίας, κανέναν με γιοτ, με αυτοκίνητα ακριβά και τεράστιες περιουσίες; Γιατί χτυπάνε τον μεροκαματιάρη με το μαγαζάκι, τον περιπτερά και άλλους ανυπεράσπιστους; Δειλά πραχτοράκια της μαύρης συμφοράς είναι, πεμπτοφαλαγγίτες τους έλεγε ο μόνος σοβαρός και τίμιος άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου, ένας δικηγόρος που έλεγε πως είναι με το ΚΚΕ, αλλά είναι έξω και απ' αυτό γιατί θέλει λέει να είναι ανεξάρτητος.
Λοιπόν, τον φουκαρά το μικρό τον έφαγα.
Είχα φτάσει στο αμήν, και πώς φτάνει κανείς στο αμήν δε θα στο αναλύσω, πάντως είχα μπουχτίσει. Με βρίζανε τα κωλόπαιδα, με είχαν βρίσει τουλάχιστον άλλες πενήντα φορές την ίδια μέρα, βρίζανε τη μάνα μου - «γαμώ το μ... που σε πέταγε» μου είχε φωνάξει ένα καθίκι το ίδιο απόγευμα - και είχα φτάσει ως το λαιμό - σου είπα ότι η μάνα μου ήταν παραδουλεύτρα, τίποτε άλλο δε σου λέω. Κάτι αυτές οι βρισιές, κάτι οι σπόντες του αστυνόμου την προηγουμένη «δεν κάνετε για τη δουλειά για την οποία προσληφθήκατε, και πλησιάζει η λήξη ή ανανέωση της σύμβασής σας και πρέπει να αποδείξετε πως αξίζετε το ψωμί που τρώτε...» και άλλα τέτοια.
Ξέρεις πώς είναι να έχεις το σιδερικό στη θήκη και να σε βλαστημάνε και να σου πετάνε μπουκάλια που μπορεί να είναι και μολότοφ; Οχι φίλε, δεν ξέρεις, και να μην αξιωθείς να μάθεις, στο λέω εγώ, ο γιος της πλύστρας που θέλησα να ζήσω έξω στην κοινωνία και με στολή εξουσίας και όχι στη φυλακή.
Τον σημάδεψα και πρώτη φορά το χέρι μου δεν έτρεμε. Γιατί πρώτη φορά δεν είχα πιει πριν βγω περιπολία - στο λέω κι αυτό και να μείνει μεταξύ μας: αν κρατήθηκα τόσα χρόνια και δε σκότωσα, είναι που έπινα μισό μπουκάλι ουίσκι πριν βγούμε περίπολο και έτσι ό,τι κι αν άκουγα για τη μάνα μου και το αντριλίκι μου το πέρναγα ντούκου - έχω ακούσει πως άμα μεθύσεις βγαίνει ο πραγματικός εαυτός σου κι εγώ είμαι καλό παιδί στο βάθος και όλοι στην υπηρεσία το ξέρουν και μ' αγαπάνε, αλλά και με εκμεταλλεύονται. Και δε θα σου πω τι καλοσύνες έχω κάνει εγώ στη ζωή μου, γιατί θα με περάσεις ή για παινεψιάρη ή για μαλάκα. Μέσα στο πιοτό κατάλαβα σιγά σιγά και τον πατέρα μου, που δεν ήταν κακός άνθρωπος έστω κι αν μεθώντας έβγαινε η κακή του πλευρά. Να σου πω κάτι; Αποτυχημένος σε όλα ήτανε, γι' αυτό έπινε. Οπως κι εγώ δηλαδή: Τι πέτυχα στη ζωή μου; Τίποτα! Ενας μπάτσος έγινα κι αυτό από σπόντα, όπως σου είπα, και μάλιστα χωρίς καν μόνιμη σύμβαση. Και να 'ρχονται αυτά τα κωλόπαιδα, που δεν έχουν δουλέψει στη ζωή τους, που δεν ξέρουν τι θα πει βάρδια και ξενύχτι, τι πάει να πει μεροκάματο και τι σφαλιάρα κάθε είδους από το αφεντικό και να σου ρίχνονται μετά από δώδεκα ώρες ορθοστασία στις γωνίες ή στις εισόδους τραπεζών, να 'ρχονται και να σε βρίζουν και να σου πετάνε ό,τι βρουν στο δρόμο. Και να σου πω κάτι άλλο; Πόσοι από αυτά τα κωλόπαιδα είναι εργαζόμενοι των 700 ευρώ που λένε και ξαναλένε; Να σου πω εγώ; Κανένας! 'Η κάτι πρεζόνια είναι ή κάτι τύποι από τα βόρια προάστια που βαριούνται στη σιγουριά του σπιτιού ή τα πραχτοράκια, οι πεμπτοφαλαγγίτες που λέγαμε πριν. Ποιος μεροκαματιάρης προλαβαίνει να βγει στους δρόμους, πόσοι από τους αναγκεμένους έχουν τέτοιες πολυτέλειες; Εντάξει, είμαι απόλυτος θα μου πεις, αλλά αυτό δεν αλλάζει την ουσία αυτού που λέω.
Λοιπόν, για να τελειώνω γιατί σε ζάλισα: το έκανα!
Πριν, σου έλεγα πως τον σημάδεψα και έτσι έγινε, όπως ήμουνα με το αίμα στο κεφάλι. Ομως, φίλε, πρέπει να σου πω πως δε θυμάμαι αν εκείνη τη στιγμή που πάτησα τη σκανδάλη, σημάδευα ακόμη τον πιτσιρικά ή το χέρι μου είχε κατέβει. Και μη νομίσεις πως πάω να πω ότι δεν το 'κανα, αφού ξέρω ότι εσύ δε θα με δώσεις. Απλά, δε θυμάμαι γιατί το μυαλό μου έχει σκεπαστεί από μια θολούρα και έχω χάσει εκείνες τις στιγμές τελείως. Για να μη λέω πολλά: δεν ξέρω ποια δύναμη ή ποια κούραση μου κατέβασε το χέρι - αν το κατέβασε - πάντως ό,τι έγινε, έγινε χωρίς τη θέλησή μου.
Και να στο πω; Ενα βουνό έχει πέσει πάνω μου από την επόμενη στιγμή που έφυγε η σφαίρα και είδα το κορμάκι του πιτσιρικά να διπλώνεται στις πλάκες. Οταν σκέφτομαι πως θέρισα μια ψυχούλα που δεν είχε κάνει ούτε ένα βήμα ακόμα στη ζωή, άνετο ή ζόρικο βήμα - τι σημασία έχει;
Αλλά φίλε, είχε φτάσει ένας κόμπος και μ' είχε πνίξει, αν δεν τράβαγα το πιστόλι εκείνη τη στιγμή θα είχα πεθάνει από ασφυξία. Ολο τον τελευταίο καιρό με είχε μαγκώσει ένα μούδιασμα - ξέρεις τι σημαίνει μούδιασμα; - ένα μούδιασμα που ξεκίνησε από τα πόδια και σκαρφάλωνε σιγά σιγά στο λαιμό. Δε θα το πιστέψεις φίλε, όμως με το που έφυγε η σφαίρα, μου φάνηκε πως πήρε μαζί της κι αυτόν τον βραχνά, έστω κι αν αυτό κράτησε όσο και η διαδρομή του βλήματος που άφησα να φύγει μέσα στο πάθιασμά μου. Ξέρω καλά πως θα με κυνηγάει πάντα αυτή η στιγμή αλλά πίσω δεν μπορώ να τη φέρω ούτε τη σφαίρα ούτε τη ζωούλα του πιτσιρικά. Ολοι εσείς που σήμερα φωνάζετε και χτυπιέστε τάχα, θα το προσπεράσετε γρήγορα, θα το ξεχάσετε μέχρι τις επόμενες δυο - τρεις μέρες, όπως ξεχάστηκαν τόσα και τόσα φριχτά εγκλήματα, δικά μας ή των άλλων, των επωνύμων που δεν τους αγγίζει ούτε νόμος ούτε συνείδηση. Ετσι κυλάει η ζωή, με όλες τις καθημερινές σκοτούρες, γιατί έτσι πρέπει, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι νεκροί με τους νεκρούς. Εγώ βέβαια εδώ σημαδεύτηκα και εδώ θα καρφωθώ, αλλά δε θ' αφήσω να το καταλάβει κανείς και πιστεύω πως εσύ θα κρατήσεις το μυστικό που σου εμπιστεύτηκα.
Να το ξέρεις: ό,τι και να δείξει η βαλλιστική που θα γίνει, όπως πάντα, εγώ δε θα το παραδεχτώ δημόσια πως του την άναψα και μάλιστα εν βρασμώ, που λένε, ούτε πως τον σημάδεψα κατάστηθα. Εχω τρία παιδιά να μεγαλώσω κι εγώ. Ναι, σαν εκείνο που σκότωσα, θα μου πεις, το ξέρω και τα δικά μου έχουν μόνο εμένα και τη μάνα τους, δεν έχουν σπίτι ιδιόκτητο, δεν έχουν τρία αυτοκίνητα, δεν έχουνε νταντάδες και καθηγητές στο σπίτι. Δε θα έχουν καλά καλά να φάνε άμα εγώ μπω φυλακή.
Ούτε συγγνώμη με παίρνει να ζητήσω, γιατί θα είναι σα να ομολογώ. Αλλωστε, πόσοι απ' όλους αυτούς που κακοποιούν κάθε μέρα τους ανθρώπους - και δεν είναι και λίγοι, κοίταξε στα ρετιρέ της παλιοκοινωνίας μας και θα καταλάβεις τι εννοώ - πόσοι απ' αυτούς ζήτησαν συγνώμη; Οχι, δεν οφείλω κανένα συγγνώμη σε κανέναν, κανέναν από τούτη τη βρωμοκοινωνία που ζούμε, εκτός ναι, εκτός από κείνο το παιδάκι που έστειλα στον άλλο κόσμο, αλλά όπως σου είπα, θα είναι η καταδίκη μου, άλλωστε τι θα άλλαζε αν ζητούσα συγγνώμη; Θα έφερνα πίσω τον πιτσιρικά ή θα μου το αναγνώριζαν σαν ελαφρυντικό;
Εμένα η μόνη μου ελπίδα τώρα είναι οι εγγυήσεις που μας έχουν δώσει από τότε που μπήκαμε στο Σώμα, πως ό,τι κι αν κάνουμε θα το κουκουλώσουν, αρκεί να πειθαρχούμε στις διαταγές των ανωτέρων.
Και μου το 'χουν υποσχεθεί πως κι εγώ θα πέσω στα μαλακά.
Τόσα χρόνια κάνω τον μαλάκα, μου το χρωστάνε.
Κυρίως φοβούνται, μην ανοίξω εγώ και άλλοι πολλοί το στόμα μας.
Γι' αυτό θα μου το κλείσουν απαλά και κομψά. Κρατώντας, μέχρι να περάσει η μπόρα μου, το στόμα των παιδιών μου γεμάτο. Που με τη σειρά τους, μεγαλώνοντας, θα βαδίσουν στα χνάρια μου, τη λαμπρή «σταδιοδρομία» μου.
Γιατί άλλη επιλογή δεν έχουν.
Οπως κι εσύ και τόσοι άλλοι που νομίζουν πως ποτέ δε θα τους αγγίξει η κακιά η ώρα.
Ολοι στο ίδιο καζάνι κλωθογυρνάμε βλαστημώντας την τύχη μας που δεν μπορούμε ν' αλλάξουμε.
Για την αντιγραφή,
Α. Σ. Α.

ΟΙ ΔΕΚΑ ΜΥΘΟΙ ΤΟΥ ΣΚΟΠΙΑΝΟΥ


ΕΤΣΙ «ΦΤΙΑΧΤΗΚΕ» Η ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ

Οι δέκα μύθοι του «Σκοπιανού»

Τα 'παμε τόσες φορές, που σε λίγο θα τα πιστέψουμε κι οι ίδιοι. Για την εθνική προπαγάνδα περί Μακεδονικού ο λόγος, που ανασύρεται πάλι από τα χρονοντούλαπα για να στηρίξει την πολιτική αμηχανία των δεκαπέντε τελευταίων χρόνων.

Δώδεκα χρόνια μετά την κυνική προφητεία του Κων/νου Μητσοτάκη για τις αντοχές του εθνικού μας μνημονικού, το «Σκοπιανό» επανεμφανίζεται στον πολιτικό ορίζοντα της χώρας.

Με αφορμή τις προτάσεις Νίμιτς και την εκκρεμή εξέταση του αιτήματος εισδοχής της ΠΓΔΜ στην Ε.Ε., οι ατυχήσαντες μακεδονομάχοι της περασμένης δεκαετίας ξανασηκώνουν κεφάλι, επιδιώκοντας να ξαναγίνουν ρυθμιστές της εξωτερικής πολιτικής. Επιστέγασμα της διαφαινόμενης στροφής αποτελούν οι νύξεις (ή διπλωματικές απειλές) για δημοψήφισμα, όπου ο ελληνικός λαός θα αποφανθεί για το όνομα και την ευρωπαϊκή προοπτική των γειτόνων μας.

Αφήνοντας κατά μέρος την προβληματική δημοκρατικότητα μιας τέτοιας ενέργειας, αναρωτιέται κανείς με ποια κριτήρια θα κληθεί ο ελληνικός λαός να κρίνει υπέρ ή κατά της όποιας προτεινόμενης λύσης.

Με δεδομένο το μοντέλο των τηλεοπτικών παραθύρων, που αποκλείει οποιαδήποτε ψύχραιμη κι εποικοδομητική ανταλλαγή απόψεων για τα λεγόμενα «εθνικά θέματα», το πιθανότερο είναι να κληθούμε απλώς να επικυρώσουμε τα στερεότυπα που επιβλήθηκαν πριν από μία δεκαετία σε συνθήκες εθνικιστικής υστερίας, πατριδοκάπηλης μικροκομματικής πλειοδοσίας, κατευθυνόμενης πληροφόρησης και δικαστικών διώξεων των αντιφρονούντων. Στερεότυπα που ποτέ δεν συζητήθηκαν σοβαρά (έξω από τους κύκλους των επαγγελματιών επιστημόνων) και ως εκ τούτου εξακολουθούν ν' αποτελούν «κτήμα» (και να καθορίζουν τις επιλογές) της κοινής γνώμης.

Γιατί η ουσία του «Σκοπιανού» είναι ακριβώς αυτή: η εικόνα που διαμορφώθηκε γι' αυτό στην ελληνική κοινωνία, σφυρηλατημένη το 1991-92 με μεθόδους «Εθνικής Ηθικής Διαπαιδαγώγησης», στηρίζεται σε «ανιστόρητα στερεότυπα» κι «ένα μείγμα από παραχαραγμένα ιστορικά στοιχεία και μισές αλήθειες», όπως διαπιστώνει ο επίσημος κρατικός μακεδονολόγος, Ευάγγελος Κωφός. Με αποτέλεσμα το μπλοκάρισμα οποιασδήποτε πραγματιστικής πολιτικής ή ακόμα και τη διεθνή γελοιοποίηση.

Ας δούμε όμως από κοντά τα βασικά συστατικά στοιχεία αυτής της πρόσφατης «εθνικής μας τύφλωσης».

Μύθος 1ος

Η ονομασία «Μακεδόνες» των βορείων γειτόνων μας πρωτοεμφανίζεται το 1943-44 και αποτελεί κατασκεύασμα του Τίτο.

Στην πραγματικότητα η επίμαχη ονομασία χρησιμοποιείται ήδη από τα μέσα του ΙΘ' αι., όταν πρώτη φορά ετέθη δημόσια το ζήτημα του εθνικού χαρακτήρα των σλαβόφωνων χριστιανών της ευρύτερης Μακεδονίας. Οι τελευταίοι δηλώνουν «Μακεδόνες» την ίδια στιγμή που διαπραγματεύονται την υποστήριξή τους στην ελληνική, βουλγαρική ή σερβική εθνική ιδέα.

Τυπικό δείγμα, το κήρυγμα του (πρώην κομιτατζή και εν συνεχεία μακεδονομάχου) καπετάν Κώττα προς τους προεστούς των Κορεστίων, όπως καταγράφηκε από τον αυτόπτη Παύλο Μελά: «Ημείς οι Μακεδόνες διά ν' αποκτήσωμεν ελευθερίαν έχομεν δύο δρόμους ν' ακολουθήσωμεν. Ο ένας πηγαίνει εις την Βουλγαρίαν, ο άλλος πηγαίνει εις την Ελλάδα» (Ναταλία Μελά, «Παύλος Μελάς», Αθήνα 1964, σ. 242). Καθώς η παραπάνω ομιλία έγινε στη γλώσσα που ο ίδιος ο Μελάς αποκαλεί «μακεδονικά», οι κατά Κώτταν «Μακεδόνες» αυτοαποκαλούνταν -προφανώς- «Μακεντόντσι».

Δεν πρόκειται για τη μοναδική καταγραφή του είδους. Κατά την είσοδό τους στις ΗΠΑ, την πρώτη δεκαετία του 20ού αι., πολλοί σλαβόφωνοι μετανάστες απαντούν στο ερώτημα ποια είναι η «φυλή» ή ο «λαός» τους με τη λέξη «Μακεδόνας». Οι σχετικές καταχωρήσεις είναι ηλεκτρονικά προσπελάσιμες, στην πρωτότυπη μορφή τους, στην ιστοσελίδα του Ελις Αϊλαντ.

Ενδιαφέρουσα είναι η προβολή αυτού του αυτοπροσδιορισμού από την ελληνική προπαγάνδα της εποχής, που από τη «μακεδονικότητα» των σλαβοφώνων έσπευδε να συναγάγει την «ελληνικότητά» τους. «Και αυταί αι παραδόσεις των βουλγαροφώνων Ελλήνων εισίν ελληνικαί, ως και το παρ' αυτοίς αίσθημα της εθνότητος, διότι αυτοί εαυτούς Μακεδόνας ονομάζουσιν, ουδέποτε δε χρώνται τη λέξει Βούλγαρος» διαβάζουμε, π.χ. στον εθνογραφικό χάρτη του Στάνφορντ (1877), που είχε συνταχθεί από τον έλληνα διπλωμάτη Ιωάννη Γεννάδιο. Τρεις δεκαετίες αργότερα, ο Δημήτριος Φιλιππίδης τονίζει κι αυτός ότι «οι χριστιανοί κάτοικοι, άνευ διακρίσεως οι τε Ελληνες και οι σχισματικοί, ονομάζουσιν εαυτούς υπό το γενικόν όνομα "Μακεδόνας"» («Η Μακεδονία», Εν Αθήναις 1906, σ. 30).

Το 1905, τέλος, ο επίσημος χαρτογράφος του ελληνικού μηχανισμού λοχαγός Πάτροκλος Κοντογιάννης, εισηγείται υπηρεσιακά την ενιαία χρήση του όρου «Μακεδόνες» για τους σλαβόφωνους χριστιανούς της ευρύτερης περιοχής, αναφερόμενος σε «Μακεδόνας ελληνίζοντας» και «Μακεδόνας βουλγαρίζοντας» και υποστηρίζοντας ότι «η εθνότης είναι η αυτή και εις τας δύο ταύτας κατηγορίας, ήτοι η Μακεδονική» (βλ. «Ιός» 5.6.05).

Η τάση διακριτού αυτοπροσδιορισμού ενισχύθηκε προοδευτικά ως απάντηση στις αιματηρές προσηλυτιστικές εκστρατείες Βουλγάρων, Ελλήνων και Σέρβων. Η πρώτη πανηγυρική διατύπωση της συγκρότησης ενός σύγχρονου, σλαβικού «μακεδονικού έθνους» γίνεται το 1903 από τον (γεννημένο στην Πέλλα των Γιαννιτσών) Κάρστε Μισίρκωφ. Για τις αντίστοιχες αποκρυσταλλώσεις στη βάση των τοπικών κοινωνιών, αποκαλυπτική είναι η διαπίστωση του Στράτη Μυριβήλη το 1917: «Αυτοί εδώ οι χωριάτες», γράφει για τους οικοδεσπότες του στη Βελούσινα, «δε θέλουν νάναι μήτε "Μπουλγκάρ", μήτε "Σρρπ", μήτε "Γκρρτς". Μοναχά "Μακεντόν ορτοντόξ"» («Η ζωή εν τάφω», 1η έκδοση [1924], επανέκδ. Αθήνα 1991, σ. 104-5).


Ολα αυτά, μερικές δεκαετίες τουλάχιστον πριν ο Τίτο κάνει τη δημόσια εμφάνισή του στην πολιτική σκηνή των Βαλκανίων.

Μύθος 2ος

Η εδαφική επικράτεια της ΠΓΔΜ βρίσκεται ως επί το πλείστον εκτός «ιστορικής» Μακεδονίας.

Στην πραγματικότητα, όπως ο ίδιος ο εθνικός μας ιστορικός Κων/νος Παπαρρηγόπουλος επισημαίνει σε υπηρεσιακή έκθεσή του το 1885, ολόκληρη η σημερινή ΠΓΔΜ περιλαμβάνεται στα όρια της αρχαίας Μακεδονίας (επί Φιλίππου). Η πολυδιαφημισμένη διάκριση της μείζονος Μακεδονίας σε «γεωγραφική» και «ιστορική» δεν είναι αντίθετα παρά ένα τέχνασμα του τότε ελληνικού υπ.Εξ., με σκοπό την αυθαίρετη ταύτιση της Μακεδονίας με «το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή επικρατών». Την αποκαλυπτική αυτή έκθεση εντοπίσαμε στα αρχεία του υπ.Εξ. και δημοσιεύσαμε αυτούσια παλιότερα («Ε» 24.2.2001).

Ο Παπαρρηγόπουλος αρνήθηκε να δεχτεί τις σχετικές εισηγήσεις, τονίζοντας πως «επ' ουδεμιάς ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν» και προειδοποιώντας ότι «ουδείς ήθελε αποδεχθή» διεθνώς τον «νέον γεωγραφικόν όρον» που κατασκεύασε η ελληνική πολιτική ηγεσία για τις βορειότερες μακεδονικές περιοχές. Παρ' όλο που τότε δεν ακούστηκε, η Ιστορία έμελλε να τον δικαιώσει: η μετονομασία της Βόρειας Μακεδονίας σε «Δαρδανία» παρέμεινε ένα σόφισμα για εσωτερική κατανάλωση, χωρίς οποιοδήποτε αντίκρισμα στη διεθνή επιστημονική και διπλωματική σκηνή -ούτε καν καθολική αποδοχή από τους εν Ελλάδι μακεδονολογούντες.

Μύθος 3ος

Το πραγματικό ιστορικό όνομα της ΠΓΔΜ είναι «Βαρντάρσκα Μπανοβίνα».

Στην πραγματικότητα, η ονομασία αυτή χρησιμοποιήθηκε απ' το γιουγκοσλαβικό κράτος 12 χρόνια όλα κι όλα (1929-1941) και μάλιστα κάτω από συνθήκες που επιβεβαιώνουν πανηγυρικά τον τεχνητό χαρακτήρα της.

Οταν η στρατιωτική δικτατορία του βασιλιά Αλέξανδρου επιχείρησε το 1929 να εξαλείψει τις εθνότητες της χώρας συγχωνεύοντάς τις σε ένα ενιαίο «γιουγκοσλαβικό» έθνος υπό σερβική ηγεμονία, όλες οι «ιστορικές» περιφέρειες της Γιουγκοσλαβίας αντικαταστάθηκαν από Διοικήσεις («Μπανοβίνες») με τα ονόματα των τοπικών ποταμών. Η αλλαγή παγιώθηκε με το σύνταγμα του 1931 (άρθρο 83) και αντιμετωπίστηκε ειρωνικά από το διεθνή τύπο της εποχής.

Αν πάρουμε στα σοβαρά αυτή τη διοικητική διαίρεση, τότε εκτός από (γιουγκοσλαβική) Μακεδονία δεν υπάρχουν επίσης Σλοβενία (αλλά «Ντράβσκα» Μπανοβίνα), Κροατία («Σάβσκα» και «Πριμόρσκα» Μπανοβίνα), Μαυροβούνιο («Ζέτσκα» Μπανοβίνα), Βοσνία-Ερζεγοβίνη («Ντρίνσκα» και «Βρμπάσκα» Μπανοβίνα), Βοϊβοδίνα («Ντουνάβσκα» Μπανοβίνα) και -φυσικά- ούτε Σερβία («Μοράβσκα» Μπανοβίνα). Η γελοιότητα του όλου επιχειρήματος, που προπαγανδίστηκε κι από επίσημα χείλη (βλ. επιστολή Παπαθεμελή, «Ε» 17.3.01), είναι παραπάνω από προφανής.

Μύθος 4ος

Ονομασία των βορείων γειτόνων μας ως «Μακεδονία» συνεπάγεται αλυτρωτικές βλέψεις εις βάρος της Ελληνικής Μακεδονίας.

Στην πραγματικότητα, οι παλιότερες εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος της ελληνικής Μακεδονίας ουδέποτε στηρίχτηκαν σε «ονοματολογικές» παρανοήσεις. Κεντρικό επιχείρημα της Βουλγαρίας και της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (πριν από το 1950) ήταν η συνεχιζόμενη παρουσία μιας συμπαγούς σλαβόγλωσσης μειονότητας σε περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας ή τα «ιστορικά δίκαια» που (υποτίθεται ότι) συνεπαγόταν η πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους και την εγκατάσταση των προσφύγων της Μικρασίας.

Ακόμη κι αν η ΠΓΔΜ μετονομαζόταν «Δαρδανία», αυτό δεν θα εξαφάνιζε τις αναφορές των εκεί εθνικιστών σε «αλύτρωτους Δαρδανούς» της Β. Ελλάδας. Στη δε χώρα μας, θα γινόμασταν απλώς μάρτυρες της μετάλλαξης των «σλαβόφωνων Ελλήνων» σε «δαρδανόφωνους».

Της μόδας μέχρι το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε επίσης η «γεωπολιτική» επιχειρηματολογία («δικαίωμα» των εθνών να «αναζητήσουν» καλλιεργήσιμα εδάφη, θαλάσσιες οδούς κ.λπ.). Παρόμοια επιχειρήματα πρόβαλε τότε κι η επίσημη Αθήνα, ζητώντας επέκταση των ελληνικών συνόρων προς βορρά. Σήμερα, τέτοιοι ισχυρισμοί θεωρούνται από το Διεθνές Δίκαιο απαράδεκτοι, ενώ η ύπαρξη και προστασία των κατά τόπους μειονοτήτων έχει πλήρως αποσυνδεθεί από εδαφικές «διευθετήσεις».

Μύθος 5ος

Η (φαντασιακή) σχέση των Σλαβομακεδόνων με τους αρχαίους Μακεδόνες είναι μια ιστορική πλαστογραφία που χαλκεύθηκε από τα Σκόπια στα μεταπολεμικά χρόνια.

Στην πραγματικότητα, η υποτιθέμενη καταγωγή των σλαβόφωνων από τους αρχαίους Μακεδόνες υπήρξε αγαπημένο θέμα της ελληνικής προπαγάνδας, ήδη από τα μέσα του ΙΘ' αι.

Το πιστοποιούν σλαβόγλωσσα έντυπα που οι μακεδονομάχοι μοίραζαν στον τοπικό πληθυσμό, όπως η «Διακήρυξη του Ελληνομακεδονικού Συλλόγου της Αθήνας για τους αδελφούς μας Μακεδόνες» (1905) ή οι υποτιθέμενες «Προφητείες του Μεγαλέξανδρου» (1907). Ανάλογες θεωρίες συναντάμε και σε προφορικά κηρύγματα προς τους σλαβόφωνους χωρικούς (Στ. Ράπτης «Ιστορία του Μακεδονικού Αγώνος», Εν Αθήναις 1910, σ. 168). Πασίγνωστη είναι τέλος η αναγόρευση της σλαβομακεδονικής σε μετεξέλιξη της «ομηρικής» γλώσσας των αρχαίων Μακεδόνων από λογίους της εποχής (Τσιούλκας, Μπουκουβάλας κ.ά.), τα πονήματα των οποίων βρίσκουν μέχρι σήμερα ανταπόκριση σε ελληνικούς εθνικιστικούς κύκλους.

Εξίσου παλιά είναι η οικειοποίηση αυτής της «ιστορικής» επιχειρηματολογίας από τους ίδιους τους σλαβόφωνους Μακεδόνες -είτε αυτοί συντάσσονταν με τον ελληνικό εθνικισμό είτε όχι. Προξενική έκθεση του 1871 καταγράφει το στολισμό του «σλαβοβουλγαρικού» βιβλιοπωλείου των Βιτωλίων με την εικόνα του Μεγαλέξανδρου, ενώ το 1902 κομιτατζήδες κηρύσσουν πως «θέλουν να αναζωώσουν τον Μέγαν Αλέξανδρον» και το κράτος του. Την ίδια χρονιά, σλαβόφωνος πράκτορας του ελληνικού μηχανισμού καυτηριάζει δημόσια τους συμπατριώτες του που «πλανώνται πλάνην μεγάλην φρονούντες ότι είνε δυνατόν να είνε απόγονοι συγχρόνως τε του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Κρούμου» (Γ. Π. Κώνστας, «Ενέργειαι και δολοφονικά όργια του βουλγαρικού κομιτάτου», Εν Αθήναις 1902, σ. ιθ').

Παρά την οφθαλμοφανή αυθαιρεσία του, το όλο «γενεαλογικό» σχήμα έχει συνεπώς τη δική του προϊστορία. Στο κάτω κάτω, τι φταίνε αυτοί αν πήραν τοις μετρητοίς όσα τους κανοναρχούσαν οι «δικοί μας» φωστήρες;

Διαφορετικής τάξης ζήτημα αποτέλεσε η υιοθεσία του «Ηλιου της Βεργίνας» ως εθνικού εμβλήματος της ΠΓΔΜ το 1992. Ευθύς εξαρχής ήταν προφανές πως επρόκειτο για (εσπευσμένη) κατασκευή ενός διαπραγματευτικού χαρτιού προς ανταλλαγή, ενόψει μελλοντικού διακανονισμού. Το αποδεικνύει όχι μόνο η άνετη απεμπόλησή του το 1995, αλλά και η προνοητικότητα της ηγεσίας των Σκοπίων να απεικονίσει έναν διαφορετικό «ήλιο» στα κέρματα που έκοψε το 1993.

Μύθος 6ος

Το ελληνικό κράτος αδιαφόρησε επί μισόν αιώνα για τις κινήσεις των Σκοπίων.

Στην πραγματικότητα, όπως εξηγεί σε απολογιστικό του κείμενο ο επίσημος ιστορικός του Μακεδονικού (κι εμπειρογνώμονας του ΥΠΕΞ επί τρεις τουλάχιστον δεκαετίες), Ευάγγελος Κωφός, «για τη διπλωματική μας Υπηρεσία, το θεωρούμενο από πολλούς ως "ανύπαρκτο θέμα" ήταν ένα πολύ υπαρκτό και ακανθώδες πρόβλημα. Υπήρξαν περίοδοι κατά τις οποίες το 50% των εισερχομένων ημερησίως εγγράφων στο αρμόδιο Βαλκανικό Τμήμα του Υπουργείου αναφέρονταν άμεσα ή έμμεσα στο Μακεδονικό».

Η σχετική παρανόηση οφείλεται στην επιλογή της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας να θεωρεί το θέμα επισήμως «ανύπαρκτο», επιβάλλοντας αυτή τη γραμμή στα ελληνικά ΜΜΕ.

Ο Κων/νος Καραμανλής (ο παλιότερος) δεν είχε π.χ. κανένα πρόβλημα να εξηγήσει το 1980 στο γιουγκοσλάβο ομόλογό του, Μιγιάτοβιτς, πώς υποχρέωσε τον ελληνικό τύπο ν' αποσιωπήσει την απάντηση του γιουγκοσλαβικού ΥΠΕΞ σε ερώτηση «ενός δικού μας ανόητου δημοσιογράφου για το Μακεδονικό» («Αρχείο Καραμανλή», τ. 12ος, σ. 61).

Η αιτία αυτής της διατεταγμένης αυτολογοκρισίας δεν είναι δύσκολο να εντοπιστεί. Χάρη στη (μυστική) ελληνογιουγκοσλαβική «συμφωνία κυρίων» του 1962 για εκατέρωθεν αποχή από οποιαδήποτε δημόσια ανακίνηση του Μακεδονικού, το ελληνικό κράτος μπόρεσε να οργανώσει -χωρίς διεθνείς περιπλοκές- ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αφομοίωσης της σλαβόφωνης μειονότητας του βορειοελλαδικού χώρου. Σε αντάλλαγμα αποδέχθηκε de facto την ύπαρξη της Σ. Δ. Μακεδονίας, όπως πιστοποιεί η αναγραφή της ονομασίας σε ΦΕΚ όλων των μεταπολεμικών κυβερνήσεων.

Μύθος 7ος

Η ηγεσία των Σκοπίων υπήρξε σταθερά αδιάλλακτη στο ζήτημα του ονόματος, απορρίπτοντας κάθε συμβιβαστική λύση.

Στην πραγματικότητα, η ελληνική κυβέρνηση φρόντισε να απορρίψει πρώτη όλες τις εκδοχές σύνθετης ονομασίας που πρότειναν το 1992-93 οι μεσολαβητές της Ε.Ε. και του ΟΗΕ, όπως «Νέα Μακεδονία» (1.4.92) και «Nova Makedonija» (28.5.93).

Η δεύτερη απορρίφθηκε επίσημα (και) από τον Γκλιγκόροφ, μια μέρα όμως μετά το Μητσοτάκη.

Το ίδιο συνέβη και με τις βολιδοσκοπήσεις σε διμερές επίπεδο. Το Μάρτιο του 1992, κατά τη συνδιάσκεψη «Ελσίνκι-2» της ΔΑΣΕ, ο ΥΠΕΞ της ΠΓΔΜ Μάλεφσκι παρέδωσε σε μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας κατάλογο με πέντε εκδοχές σύνθετης ονομασίας («Μακεδονία του Βαρδάρη», «Βόρεια Μακεδονία» κ.λπ.) παροτρύνοντας σε άμεση από κοινού επίλυση του προβλήματος. Η ελληνική πλευρά απέρριψε το διάβημα με τη δικαιολογία ότι «η στιγμή δεν ήταν κατάλληλη». Τις ίδιες μέρες κλιμακώθηκε η εκστρατεία του (τότε) έλληνα ΥΠΕΞ, Αντώνη Σαμαρά, για αποτροπή οποιουδήποτε συμβιβασμού με το «ψευδοκράτος» - με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στα σημερινά αδιέξοδα.

Μύθος 8ος

Οι εθνικιστικοί κύκλοι της ΠΓΔΜ απειλούν άμεσα την ασφάλεια κι εδαφική ακεραιότητα της Β. Ελλάδας.

Η ύπαρξη εθνικιστών σε οποιαδήποτε χώρα είναι κάτι το αυτονόητο. Εντελώς διαφορετικό ζήτημα είναι η πραγματική επικινδυνότητά τους. Στην περίπτωση της ΠΓΔΜ, πολύς λόγος έγινε το 1991-93 για την αλυτρωτική συνθηματολογία του δεύτερου σε μέγεθος κόμματος της χώρας, του ΒΜΡΟ. Στην πραγματικότητα, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα από τον τοπικό τύπο, η ηγεσία του ΒΜΡΟ ήδη από το 1992 βρισκόταν σε επαφή με τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες -και συγκεκριμένα με τον ειδικό απεσταλμένο του Μητσοτάκη, στρατηγό Γρυλλάκη («Ιός» 22.12.2001).

Οταν το 1998 το ΒΜΡΟ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της ΠΓΔΜ, ακολούθησε έτσι πιο «ενδοτική» πολιτική απ' ό,τι οι προκάτοχοί του (ξεπούλημα στρατηγικών βιομηχανιών στο ελληνικό κεφάλαιο, κ.λπ.). Σύμφωνα με το «Βήμα» (3.6.2001), σύμβουλος του «εθνικιστή» πρωθυπουργού Γκεοργκίεφσκι «στις διαβουλεύσεις με την Αθήνα για την ονομασία» δεν ήταν άλλος από το Σταμάτη Μαλέλη -τον ίδιο άνθρωπο που, ως υπάλληλος του ελληνικού προξενείου, είχε ξεκινήσει το 1992 τις επαφές Γρυλλάκη-ΒΜΡΟ!

Απομένει το ζήτημα των εθνικιστικών αναφορών σε σχολικά βιβλία της ΠΓΔΜ. Κάποιες είναι όντως αλυτρωτικές, ενώ άλλες απλώς διαφέρουν από τη δική μας εικόνα για την ιστορία της περιοχής. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, που έχει ευρύτερες βαλκανικές διαστάσεις, υπάρχουν διακρατικές επιτροπές επιφορτισμένες με την αμοιβαία εκκαθάριση των σχολικών βιβλίων από κηρύγματα μίσους και σοβινιστικές υπερβολές.

Προϋπόθεση της δουλειάς τους συνιστά, ωστόσο, η απουσία έντασης μεταξύ των ενδιαφερόμενων χωρών.

Μύθος 9ος

Στην επικράτεια της ΠΓΔΜ ζει μια ευμεγέθης ελληνική μειονότητα.

Πρόκειται για ανυπόστατη κατασκευή που δεν στηρίζεται σε κανένα πραγματικό δεδομένο. Το αρχικό έναυσμα δόθηκε από μια σφυγμομέτρηση του περιοδικού «PULS» (1991) κατά την οποία, σε περίπτωση διάλυσης της ΠΓΔΜ, ένα 10,88 % των ερωτηθέντων θα προτιμούσε να ζήσει στην Ελλάδα κι όχι σε κάποια άλλη γειτονική χώρα -προτίμηση που από ελληνικά ΜΜΕ (και το Α2 του ΓΕΣ) ερμηνεύθηκε σαν εκδήλωση ελληνικής εθνικής συνείδησης!

Ακολούθησε η πανηγυρική υποδοχή της προκήρυξης μιας «Οργάνωσης Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας» (19.2.93), που σύντομα αποδείχθηκε κατασκεύασμα του εγχώριου «Στόχου». Οπως επισημαίνει και ο Κωφός, η όλη παραφιλολογία (στην οποία μετείχε ακόμη και η υφυπουργός Εξωτερικών Βιργινία Τσουδερού, ανεβάζοντας μάλιστα το ποσοστό της «ελληνικής μειονότητας» σε 18,6) «ενίσχυε την εντύπωση σε τρίτους ότι η Ελλάδα αναζητεί ή κατασκευάζει ερείσματα για επέμβαση στη γειτονική χώρα».

Μύθος 10ος

Η στάση της Αθήνας απέναντι στα Σκόπια υπήρξε σταθερά ενδοτική και καθόλου απειλητική.

Στην πραγματικότητα, ο ελληνικός εθνικισμός φλέρταρε σοβαρά με την ιδέα της διάλυσης του «ψευδοκράτους». Εκτός από χιλιάδες διαδηλωτές που πλημμύρισαν τους δρόμους της Αθήνας ζητώντας «σπάσιμο των συνόρων» και «σύνορα με τη Σερβία» (10.12.92), τη «στρατιωτική πίεση» και το διαμελισμό της ΠΓΔΜ υποστήριξαν επίσης δημόσια προσωπικότητες όπως ο Στέλιος Παπαθεμελής, ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, ο Κων/νος Βακαλόπουλος, ο Σαράντος Καργάκος, ο Χρήστος Πασσαλάρης ή ο τέως πρόεδρος Χρήστος Σαρτζετάκης. Στον αθηναϊκό τύπο δημοσιεύθηκαν σενάρια προέλασης του ελληνικού στρατού στο έδαφος της ΠΓΔΜ («Βήμα» 15.12.91 και 31.5.92), ακόμη και χάρτης με τις προτάσεις του ΓΕΕΘΑ για τα νέα σύνορα της Ελλάδας («Εθνος» 7.12.92).

Σ' ένα άλλο επίπεδο, ο ΥΠΕΞ Σαμαράς βάσισε μεγάλο μέρος της στρατηγικής του στην προοπτική αποσύνθεσης και κατάρρευσης του «κρατιδίου» (χάρη και στο πρώτο άτυπο ελληνικό εμπάργκο του 1992), ενώ γνωστές είναι οι διαβουλεύσεις με τους Μιλόσεβιτς και Ντράσκοβιτς για ελληνοσερβική «μοιρασιά» της ΠΓΔΜ.

Τέλος, διαφορετικής τάξης σχεδιασμοί για την «προληπτική» κατάληψη μιας «υγειονομικής ζώνης» εντός της ΠΓΔΜ σε περίπτωση επέκτασης των εκεί διακοινοτικών ταραχών συζητήθηκαν επίσημα στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής τον Αύγουστο του 2001.



Οι διαμορφωτές της εθνικής γνώμης

Μια σχεδόν ξεχασμένη πτυχή της εθνικιστικής υστερίας του 1991-94 αφορά την πολιτική ταυτότητα των «ειδημόνων» που ανέλαβαν να διαφωτίσουν εν μία νυκτί την εγχώρια κοινή γνώμη για την προϊστορία, τη φύση και τις πραγματικές διαστάσεις ενός ζητήματος που μέχρι τότε εθεωρείτο «ανύπαρκτο» από το επίσημο κράτος και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του.

Την κάλυψη του πολιτικού, ιδεολογικού και βιβλιογραφικού κενού που παρήγαγε η διατεταγμένη κρατική σιωπή (αλλά και η αδιαφορία της τότε αριστεράς και προοδευτικής διανόησης για παρόμοια ζητήματα) ανέλαβαν να καλύψουν οι εκπρόσωποι κι οργανικοί διανοούμενοι της μετεμφυλιακής και χουντικής εθνικοφροσύνης που μετά τη Μεταπολίτευση του 1974 είχαν μπει στο περιθώριο.

*Συντάκτης της ιδρυτικής διακήρυξης (17.1.92) της «Επιτροπής Μακεδόνων» που οργάνωσε το πρώτο εθνικιστικό συλλαλητήριο (Θεσσαλονίκη 14.2.92), δίνοντας τον τόνο και αποκρυσταλλώνοντας την επιχειρηματολογία της «λαϊκής διπλωματίας» της περιόδου, ήταν ο Νικόλαος Μέρτζος, συγγραφέας του βιβλίου «Εμείς οι Μακεδόνες» (Αθήνα 1986), σύμβουλος του Μητσοτάκη για τα «εθνικά ζητήματα» αλλά και αντιπρόεδρος επί χούντας της (διορισμένης από τον Παπαδόπουλο) «Συμβουλευτικής».

*Συγγραφέας του best seller «Οι Ελληνες Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας» (Αθήνα 1991), ο Ιωάννης Χολέβας υπήρξε γενικός γραμματέας του υπουργείου Β. Ελλάδος επί ΕΡΕ αλλά και υπουργός Ναυτιλίας επί χούντας.

*Συμπληρωματικό ρόλο έπαιξαν «Η συνωμοσία κατά της Μακεδονίας» (Αθήνα 1987) του κατοχικού νομάρχη Τρικάλων και χουντικού υφυπουργού Εσωτερικών Θεόδωρου Σαράντη και το κλασικό μετεμφυλιακό εγχειρίδιο του Γεωργίου Λεβέντη «Η εναντίον της Μακεδονίας βουλγαροκομμουνιστική επιβουλή» (Αθήνα 1963 και 1966).

*Για πιο σκληρά γούστα, ανακαλύφθηκε ξανά ο «φίρερ» της 4ης Αυγούστου, Κώστας Πλεύρης. Τρεις μέρες πριν από το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, κλήθηκε να διαφωτίσει για το Μακεδονικό τους μαθητές του 4ου Γυμνασίου Χαλανδρίου. Σύμφωνα με το δελτίο ειδήσεων του Tele-City, γύριζε τότε «από σχολείου εις σχολείον, μπας και ξυπνήσουμε τον εθνικό μας οίστρο» («Ε» 12.2.92).

*Η δραστηριότητά του αυτή δεν έμεινε απαρατήρητη από τους υπόλοιπους λάτρεις της εθνικής αφύπνισης. Αρθρο της «Καθημερινής» διαφημίζει π.χ. τον «καθηγητή» Πλεύρη σαν «διαπρεπή αναλυτή, σπουδαίο πνευματικό άνθρωπο, ιστορικό, φιλόλογο και νομικό», που «παρουσιάζει κατά τρόπο μοναδικό τις αξίες της αρχαιοελληνικής μας κληρονομιάς, τον κλασικό μας πλούτο, τις μεγάλες μορφές της Φιλοσοφίας, της Τέχνης και της πολιτικής των προχριστιανικών χρόνων, με ιδιαίτερη πάντα αναφορά στους Ελληνες Μακεδόνες Φίλιππο, Αριστοτέλη και Μέγα Αλέξανδρο» (16.2.92).

Σαφώς πιο απειλητική για την ελευθερία του λόγου, αλλά κι ενδεικτική του κλίματος των ημερών, ήταν η επιστράτευση του ίδιου «φίρερ» από τον εισαγγελέα ως βασικού μάρτυρα κατηγορίας σε μία από τις βασικές διώξεις αντιφρονούντων της εποχής. Αντικείμενο της δίωξης ήταν το βιβλίο της Οργάνωσης Σοσιαλιστική Επανάσταση «Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η εργατική τάξη» και η κατηγορία αφορούσε τα εμφυλιοπολεμικά αδικήματα της «διασποράς ψευδών ειδήσεων», της «πρόκλησης πολιτών σε διχόνοια» και της «διατάραξης των σχέσεων της χώρας με φιλικά κράτη». Ο Πλεύρης κλήθηκε να καταθέσει με την ιδιότητα του «ειδήμονος περί τα εθνικά θέματα» και, φυσικά, έσπευσε να στηρίξει την κατηγορία.

*Μια άλλη ακροδεξιά παρέα, η «Εθνική Σταυροφορία» (με αρχηγό έναν ιδιοκτήτη πορνομάγαζου καταδικασμένο για μαστροπεία), συνέβαλε κι αυτή στις διώξεις των αντιφρονούντων, «τεκμηριώνοντας» με τις επιδρομές της την «πρόκληση διχόνοιας» που (υποτίθεται ότι) προκαλούσε η δημόσια διαφωνία με την υστερία.

Αποτέλεσμα όλης αυτής της ζύμωσης ήταν να χαθεί πλήρως ο έλεγχος της κατάστασης, ακόμη κι από τους αρχικούς εμπνευστές της όλης καμπάνιας. Οταν στις αρχές του 1993 ο Μέρτζος αρθρογράφησε πρώτη φορά υπέρ μιας συμβιβαστικής λύσης στο ζήτημα του ονόματος, εισέπραξε τη γενική κατακραυγή. Το τζίνι είχε βγει απ' το μπουκάλι και θα περνούσε καιρός μέχρι να τιθασευτεί.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Athena Skoulariki
«Au nom de la nation. Le discours publique en Greece sur la question macedonienne et le role des medias (1991-1995)» (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Universite Paris ΙΙ, Μάρτιος 2005).
Εξαιρετική ανατομία του δημόσιου λόγου κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης για το «Σκοπιανό».

Evangelos Kofos
«Greece's Macedonian Adventure: the Controversy over FYROM's Independence and Recognition» (στο συλλογικό «Greece and the New Balkans», Ν. Υόρκη 1999, εκδ. Pella).
Εντονα κριτικός απολογισμός της κρίσης του 1991-95 από τον μέχρι τότε εμπειρογνώμονα του ΥΠΕΞ για το Μακεδονικό.

Τάσος Κωστόπουλος
«Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία» (Αθήνα 2000, εκδ. «Μαύρη Λίστα»).
Περιγραφή της εσωτερικής διάστασης του Μακεδονικού, με βάση δεκάδες ντοκουμέντα διπλωματικών και άλλων υπηρεσιών.

Γιάννης Βαληνάκης - Σωτήρης Ντάλης
«Το ζήτημα των Σκοπίων. Επίσημα κείμενα 1990-1996» (Αθήνα 1996, εκδ. «Ι. Σιδέρης»).
Τα βασικά επίσημα ντοκουμέντα της διαμάχης. Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρωχημένη ψυχροπολεμική επιχειρηματολογία του ελληνικού μνημονίου στον ΟΗΕ (25.1.93) και σχετικής εγκυκλίου του ΥΠΕΞ (7.3.94).

Θεόδωρος Σκυλακάκης
«Στο όνομα της Μακεδονίας» (Αθήνα 1995, εκδ. «Ελληνική Ευρωεκδοτική»).
Η εκδοχή Μητσοτάκη για το «Σκοπιανό».

Αλέξανδρος Τάρκας
«Αθήνα-Σκόπια. Πίσω από τις κλειστές πόρτες» (Αθήνα 1995, εκδ. «Λαβύρινθος»).
Η εκδοχή Σαμαρά για το ίδιο θέμα.

Μιχ. Παπακωνσταντίνου
«Το ημερολόγιο ενός πολιτικού. Η εμπλοκή των Σκοπίων» (Αθήνα 1994, εκδ. «Εστία»).
Αυτοβιογραφική εξιστόρηση από το διάδοχο του Σαμαρά στο ΥΠΕΞ.

OI ΓΝΩΣΤΟΙ...ΑΓΝΩΣΤΟΙ
















































Οι Γνωστοί-Άγνωστοι της ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Γνωστοί -Άγνωστοι πυροβόλησαν ματατζήδες στα Εξάρχεια
Γνωστοί -Άγνωστοι πυροβόλησαν κλούβα με ματατζήδες στην Καισαριανή
Γνωστοί -Άγνωστοι επιτέθηκαν με βόμβες μολότωφ σε διμοιρία των ΜΑΤ στη Χαριλάου Τρικούπη
Γνωστοί –Άγνωστοι καταστρέφουν, με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου την «βιτρίνα» των πόλεων και του Κράτους

Οι Γνωστοί -Άγνωστοι της ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Άγνωστοι συνδιαλέγονται και ανταλλάσουν κρατική περιουσία με μοναστήρια σε εξευτελιστικές τιμές
Άγνωστοι λογαριασμοί στο υπουργείο πολιτισμού που κανείς δεν αναλαμβάνει την πατρότητα τους
Γνωστός-άγνωστος γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού που γαμάει και δέρνει
Γνωστοί-άγνωστοι γραβατοφόροι-κουμπάροι φτιάχνουν καρτέλ και υπονομεύουν το κρατικό χρήμα
Γνωστός Πρωθυπουργός αναλαμβάνει πολιτική ευθύνη για τα πάντα, αλλά δεν παραιτείται ούτε με… σφαίρες. Απλά παραιτεί όλους τους άλλους
Γνωστός Πρωθυπουργός κυβερνά σε τηλεοπτικούς χρόνους αν και επιμένει για το αντίθετο
Γνωστός Πρωθυπουργός δηλώνει ότι δεν είχε αντιληφθεί το μέγεθος της υπόθεσης του Βατοπαιδίου και ζητάει συγνώμη εκ των υστέρων
Γνωστός ψόφιος Αρχιεπίσκοπος δηλώνει ότι δεν είχε αντιληφθεί την εξέγερση του Πολυτεχνείου γιατί… διάβαζε τα μαθήματα του
Γνωστός διανοούμενος υπουργός μιλά για ασύμμετρες απειλές και στρατηγό άνεμο
Γνωστός διανοούμενος υπουργός μιλά για πραίτωρες και ταραξίες
Γνωστός διανοούμενος υπουργός κατηγορεί κόμματα για παράνομες ενέργειες
Γνωστός – παλιός μεγαλοΟΝΝΕΔΙΤΗΣ- υπουργός ισχυρίζεται ότι το νόμιμο είναι και ηθικό
Γνωστοί υπουργοί και βουλευτάδες μιλούν για δημοκρατικό πολίτευμα και επιτίθενται στους εχθρούς του
Γνωστός υπουργάκης παραιτείται λόγω ευθιξίας και όχι λόγω ουσίας
Γνωστή πατριώτισσα κομμουνίστρια μιλά για ξενόφερτους κουκουλοφόρους και υπονόμευση της εργατικής τάξης
Γνωστός δημοκράτης της… ακροδεξιάς επιθυμεί να στηθούν ιδιότυπα δικαστήρια για τους κουκουλοφόρους
Γνωστός-άγνωστος ηγούμενος παραδίδει στον ελληνικό λαό δύο απολογητικές επιστολές και τον εγγράφει στα «μοναστικά» αρχίδια του
Γνωστοί-άγνωστοι μαγαζάτορες υπερασπίζονται τα καταστήματά τους απέναντι στους επικίνδυνους αναρχικούς
Γνωστός νομάρχης-τηλεστάρ μας κατηγορεί για τεμπέληδες και ζητάει να δουλεύουμε και τις Κυριακές
Γνωστοί-άγνωστοι καταναλωτές βρίσκουν θετική την ιδέα του παραπάνω νομάρχη
Γνωστός δήμαρχος βλέπει στο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Αθήνας την ευκαιρία που ζητούσε για να παραστήσει το δήμαρχο όλων των Αθηναίων
Γνωστοί δημοσιογράφοι παρουσιάζουν τα γεγονότα με τη λογική του χαρτοπαίκτη σε παρτίδα πόκερ
Γνωστή αντιπολίτευση προσφέρει σοσιαλιστικό όραμα σε τιμή κόστους.
Οι Γνωστοί -Άγνωστοι της ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Γνωστός-άγνωστος αστυνομικός πυροβολεί και σκοτώνει 15 χρονο μαθητή
Γνωστός-άγνωστος αστυνομικός αναγκάζει μετανάστες να παίξουν μια ιδιότυπη ρώσικη ρουλέτα, ασκώντας σωματική βία ο ένας στον άλλον
Γνωστός-άγνωστοι αστυνομικοί χτυπούν ανελέητα φοιτητή στη Θεσσαλονίκη
Γνωστοί-άγνωστοι ματατζήδες φυλάνε το υπουργείο πολιτισμού όπως και το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μάλλον στο μυαλό τους είναι το ίδιο. Άραγε έχουν μυαλό;
Γνωστοί-άγνωστοι αστυνομικοί και πάντα ως μεμονωμένες περιπτώσεις σκοτώνουν από το ’80 έως και σήμερα, περίπου 20 ανθρώπους
Γνωστοί-άγνωστοι μεμονωμένοι( περίπου 20), σκοτώνονται από μεμονωμένους αστυνομικούς από το ’80 έως και σήμερα
Γνωστοί-άγνωστοι ματατζήδες χτυπάνε κόσμο στην Κέρκυρα που δε θέλει το ΧΥΤΑ στην περιοχή του
Γνωστοί-άγνωστοι ματατζήδες χτυπάνε κόσμο από παρακείμενα χωριά του Αχελώου, ανθρώπους που φοβούνται για επικείμενη οικολογική καταστροφή του τόπου τους λόγω εκτροπής του ποταμού.
Γνωστός-άγνωστος συνδικαλιστής αστυνομικός, μπαίνοντας στη Ρηγίλλης πριν λίγα χρόνια, δηλώνει: «νιώθω σα να μπαίνω στο σπίτι μου»


Το κουίζ λοιπόν είναι το εξής: Ποιος τρομοκρατεί περισσότερο; Οι τρομοκράτες, η δημοκρατία ή οι αστυνομικοί της; Φαντάζομαι ότι η απάντηση εξαρτάται από ποια πλευρά το βλέπει ο καθένας και πως ερμηνεύει τη βία: Ως φαινόμενο; Ως ανάγκη; Ως απάντηση; 1) Αν κάποιος βλέπει τη βία μόνο όταν σπάει μια βιτρίνα, όταν πέφτει μια μολότωφ ή όταν κάποιοι πυροβολούν εναντίον αστυνομικών, τότε πάσχει από νομιμοφανή μυωπία. Η βία για αυτόν υπάρχει μόνο όταν κάποιος επιτίθεται εναντίον του Κράτους και των οργάνων του, αλλά ποτέ όταν πηγάζει από το Κράτος και τα όργανά του με στόχο κοινωνικές ομάδες.
2) Εκείνος τώρα που θεωρεί τη βία που εξαπολύεται από το Κράτος ως τη μοναδική και την πλέον καταστρεπτική, πάσχει από Μπακουνινίτιδα. Καταδικάζει την Κρατική βία αλλά δικαιολογεί τη βία εναντίον του Κράτους από όπου κι αν προέρχεται. Για αυτόν, το ίδιο το Κράτος είναι βία και όσο το εξετάζεις σε βάθος, θα βρίσκεις συνέχεια το Κράτος ως Βιαστή. Είναι όμως – λένε- ο νόμιμος Βιαστής. Εσύ το συντηρείς ως έχει, το πληρώνεις, το αποζητάς αλλά και το βρίζεις όποτε σου κάνει κέφι, το λοιδορείς και θα΄ θελες να μπορούσες να το ξεπεράσεις. Το λογικό συμπέρασμα για αυτόν είναι, ότι όλοι κατά περιόδους ή κατά περίπτωση έχουμε νοητικές επαφές με τον αντιεξουσιασμό του μέσου αναρχικού. Όταν για παράδειγμα κρύβεις εισοδήματα από την εφορία ή σε εξοργίζει ο τσαμπουκάς του μέσου τροχονόμου, τότε αυτόματα τίθεσαι απέναντι στο Κράτος, νιώθεις την αυθαιρεσία των οργάνων του και την απολυτότητα της παρουσίας τους.
3) Η κοινωνία βλέπει τη βία που προέρχεται από την αστυνομία ως αυτονόητη και χρήσιμη. Βία όμως απέναντι σε ποιους και για ποιους λόγους; Εδώ υπάρχουν δύο τσουβάλια, δυσανάλογα μεταξύ τους. Το ένα είναι το τσουβάλι της ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ και το άλλο της ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑΣ. Στο πρώτο, που είναι ευρύχωρο και φωτεινό, τσουβαλιάζονται μεγαλοεπιχειρηματίες και εκδότες, πολιτικοί και τσιράκια τους, ραβδούχοι και δολοφόνοι αστυνομικοί, γραβατάκηδες και υψηλόβαθμα στελέχη δημοσίων και ιδιωτικών εταιρειών, έμποροι ναρκωτικών κ.α.
Το κράτος τους αντιμετωπίζει με πολύ μικρές ποινές ή κάποιες φορές με καθόλου. Αυτό εξηγείται. Δεν μπορείς να τιμωρήσεις αυστηρά αυτόν που διαχειρίζεται την οικονομία σου, την δημοκρατία σου, την ασφάλειά σου και την ενημέρωσή σου. Στο δεύτερο τώρα τσουβάλι τοποθετούνται αυτοί που δεν έχουν δύναμη. Διαδηλωτές, ληστές, πρεζάκια, βιαστές, δολοφόνοι και όποιοι άλλοι ποινικοί παραβάτες.
Η βία των γνωστών-αγνώστων θεωρείται χειρότερη από τη βία των αστυνομικών για ένα και μόνο λόγο: οι αστυνομικοί έχουν την διαταγή του κράτους να το κάνουν, ενώ οι άλλοι όχι. Άρα, αν η βία προέρχεται από το κράτος είναι νόμιμη, άσχετα από το μέγεθος και τη σφοδρότητά της. Αν εσύ όμως τολμήσεις να βιαιοπραγήσεις εναντίον αστυνομικού, θα δεχτείς την καταστολή και την τιμωρία του άμεσου προϊσταμένου του δηλαδή του Κράτους.

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

ΕΝΑΣ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ


Τελικά το "πράγμα" ... έσκασε και μάλιστα άσχημα.
Τα πολιτικά κόμματα ανίκανα (ή μήπως όχι) να συνειδητοποιήσουν το τι έχει συμβεί, συνεχίζουν να πετάνε το μπαλάκι της πολιτικής ευθύνης το ένα στο άλλο και μάλιστα δύο μέρες μόνο μετά το φόνο του 15χρονου στα "κακόφημα" Εξάρχεια.
Το πολιτικό σκηνικό που καταρρέει χρόνια τώρα δέχτηκε και τη χαριστική βολή από αυτούς που το υπηρετούν. Αυτοκτονώντας, παρέσυρε και την ελληνική κοινωνία( κατ΄ ευφημισμόν) μαζί του.
Αν ψάξουμε για υπεύθυνους πρέπει να είμαστε ειλικρινείς. "Μεταξύ κατεργαραίων" ειλικρίνεια δε λένε;
Είμαστε συνολικά υπεύθυνοι και ο καθένας ατομικά για τους εξής λόγους( ο κατάλογος δεν είναι πλήρης)

Που δε θέλαμε να δεχτούμε τόσο καιρό ότι οι γραβατοφόροι είναι χειρότεροι από τους λεγόμενους κουκουλοφόρους

Που αφήσαμε την κοινωνία μας να κατακερματιστεί, δηλαδή ουσιαστικά να μην υφίσταται ως τέτοια (μια ανερμάτιστη κοινωνία είναι μη-κοινωνία)

Που παθητικά επιτρέψαμε στη """δημοκρατία μας""" να εκφυλιστεί σε τηλεοπτική δημοκρατία και το μόνο που θέλουμε είναι να πηγαίνουμε κάθε τέσσερα χρόνια στις κάλπες και μετά να μη μας ενοχλεί κανείς

Που επιτρέψαμε σε κάποιους ανερυθρίαστα να ισχυρίζονται «ότι το νόμιμο είναι και ηθικό»

Που αφήσαμε τη ζωή μας να καταντήσει οικονομίστικο μέγεθος

Που συμβουλεύσαμε τα παιδιά μας όχι να γίνονται καθημερινά καλύτεροι άνθρωποι, αλλά οι καλύτεροι μαθητές, τα καλύτερα στελέχη, οι καλύτεροι σε όλα όσα σημαίνουν φαίνεσθαι και όχι είναι, σε όσα είναι επιφάνεια και όχι ουσία

Που δεχόμαστε ακόμα και τώρα, μετά από όλα αυτά, να μετράμε την ευτυχία μας με τα τετραγωνικά του μαγαζιού μας που κάηκε, αποτιμώντας τα πάντα σε ευρώ

Που το πρόβλημα των μικρομεσαίων είναι πότε θα γίνουν μεγάλοι για να φαίνονται οι υπόλοιποι μικρομεσαίοι μικρότεροι στα μάτια τους. Το θέμα τους δεν είναι το ότι είναι μικροί, αλλά το ότι δεν μπορούν να γίνουν μεγάλοι.

Που δεν κάναμε ποτέ μια διαδήλωση για την έλλειψη ηθικής στην επαγγελματική πολιτική, αλλά πάντα για να διεκδικήσουμε ευρώ και μόνο ευρώ

Που θεωρούμε αυτονόητο πως ό,τι υπάρχει σήμερα θα υπάρχει και αύριο

Που ποτέ δε βγήκαμε στους δρόμους – μόνο κάτι «περίεργοι» το έκαναν- για να διαδηλώσουμε εναντίον της αστυνομικής βίας. Μάλλον είμαστε πολύ σίγουροι ότι δε θα βρεθούμε ποτέ σε παρόμοια θέση όπως αυτή του Κύπριου φοιτητή με τη ζαρντινιέρα

Που έχουμε καταντήσει τη γιορτή της γέννησης του Θεού, που υποτίθεται ότι πιστεύουμε, σε εμποροπανήγυρη, για να ρεφάρουμε τα σπασμένα όλης της χρονιάς

Που πιο πολύ θαυμάζουμε το καινούργιο αυτοκινητάκι μας από έναν πίνακα ζωγραφικής.

Που ψάχνουμε ακόμα για ποιο λόγο αυτά τα «κωλόπαιδα» επιχείρησαν να κάψουν την εθνική βιβλιοθήκη και δε σεβάστηκαν ούτε το άγαλμα του Παλαμά. Θα απαντήσω με ερώτηση. Ξέρουμε ότι πολλά σχολεία της επαρχίας έρχονται στην Αθήνα εκδρομή για να δουν το THE MALL;

Που η κυβέρνηση ανίκανη να διαπαιδαγωγήσει, έστω κατά το ελάχιστο, προτιμά να δώσει λεφτά στους «καμένους» μαγαζάτορες, παρά να προσπαθήσει να τους εξηγήσει γιατί έγινε ό,τι έγινε. Μου θυμίζει τους γονείς που βαριούνται να ασχοληθούν με τα παιδιά τους και τους αγοράζουν ένα play station για να ξεμπερδεύουν

Που συνεχίζουμε να μη δίνουμε κανένα όραμα στους εαυτούς μας και στα παιδιά μας, εκτός από αυτό της οικονομικής ευμάρειας και την κοινωνικής καταξίωσης

Που κοινωνική καταξίωση θεωρείται το ακριβό αυτοκίνητο, το μεγάλο σπίτι, το όμορφο εξοχικό.

Που συνεχίζουμε να ζούμε με ανούσιες ιεραρχίες(γονείς-παιδί, δάσκαλος-μαθητής κτλ) γιατί έτσι έχουμε μάθει

Που ακόμα πιστεύουμε ότι αν αγοράσουμε ένα σπίτι στα παιδιά μας έχουμε λύσει το πρόβλημα τους

Που κάνουμε sex και όχι έρωτα

Που παλεύουμε ακόμα για τα αυτονόητα

Που έχουμε επιτρέψει να φωνάζουν έλληνες το σύνθημα: «δε θα γίνεις έλληνας ποτέ, αλβανέ, αλβανέ» (ευτυχώς για τους αλβανούς)

Που πρέπει να είμαστε οι μοναδικοί μαζί με τους Εβραίους που νιώθουμε υπερήφανοι γιατί απλά έχουμε γεννηθεί Έλληνες. Υπερηφανευόμαστε για τους προγόνους μας χωρίς να ξέρουμε καν τη σκέψη τους. Κι εγώ που νόμιζα ότι ο λαοί υπερηφανεύονται για πράγματα που καταφέρνουν αυτοί ίδιοι ΤΩΡΑ και όχι κάποιο άλλοι ΚΑΠΟΤΕ.

Που καταλαβαίνουμε ως πλιάτσικο μόνο την κλοπή κινητών, ενώ οι ανταλλαγές, οι κατά το δοκούν υποτιμήσεις και οι υπερτιμήσεις δημόσιων οικοπέδων( με φως, νερό, τηλέφωνο) ανάμεσα σε δημόσιους λειτουργούς και ρασοφόρους, μάλλον θεωρείτε μπίζνα (κατά το νεοελληνικότερον). Με άλλα λόγια: Εικόνα εναντίον ουσίας σημειώσατε 1.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΡΕΑ


Απολαυστική επιστολή blogger στην Παναγιωταρέα

Αγαπητή Δρ. Παναγιωταρέα.
Σας απευθύνομαι ως μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας που είστε, και συγκεκριμένα σαν Αναπληρώτρια Kαθηγήτρια στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, μία θέση που συνεπάγεται δηλαδή την μονιμότητα.

Kαι παίρνω αφορμή επειδή σας βλέπω συχνά-πυκνά καλεσμένη στην εκπομπή του κ. Γιάννη Πρετεντέρη για τα θέματα της Παιδείας.

H επιλογή του κ. Πρετεντέρη να σας καλεί είναι εξαιρετική.

Αναρωτιέμαι πότε θα την εκμεταλλευτεί κάποιος επιτέλους, καθώς η παρουσία σας σε τέτοιες συζητήσεις Δρ. Παναγιωταρέα είναι η πλέον κατάλληλη για να αποκαλυφθεί η παθογένεια του Eλληνικού Δημόσιου Πανεπιστήμιου, και το χάλι στο οποίο έχει περιέλθει.

Bλέπετε Δρ. Παναγιωταρέα, το Eλληνικό πανεπιστήμιο πάσχει πρώτα από όλα όχι γιατί οι φοιτητές κάνουν καταλήψεις. Πάσχει γιατί δε μπορούν να σεβαστούν ένα πανεπιστήμιο όπου κάποια σαν και εσάς, χωρίς σημαντικά ακαδημαϊκά προσόντα, χωρίς ερευνητικό έργο, χωρίς διεκπεραίωση τον βασικών υποχρεώσεων που έχετε απέναντι στο πανεπιστήμιο, κατέχει μόνιμη θέση καθηγητού σε αυτό.

Θα αναρωτιέστε με ποιο δικαίωμα σας απευθύνω τον λόγο.
H απάντηση Δρ. Παναγιωταρέα είναι ότι πρώτα από όλα με τους φόρους μου πληρώνω τους τρεις μισθούς σας - τον πρώτο στο δημόσιο πανεπιστήμιο, τον δεύτερο στην δημόσια τηλεόραση , την E Ρ T , τον τρίτο στο Δημοτικό Ραδιόφωνο της Αθήνας. (T ον τέταρτο μισθό σας τον πληρώνει το Ίδρυμα Ωνάση).

Kαι επιπλέον όπως εσείς διατηρείτε το δικαίωμα να κρίνετε τους φοιτητές εγώ ως πολίτης έχω το δικαίωμα να κρίνω εσάς.

Tην αφορμή μου την δίνει η προκλητική και θρασύτατη παρουσία σας στα τηλεοπτικά πάνελς ως τιμητού της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η παιδεία στη χώρα μας, όταν εσείς είστε το χαρακτηριστικότερο αίτιο.

Kαι εξηγώ:
Eπισκέφθηκα τον διαδικτυακό τόπου του πανεπιστημιακού τμήματος στο οποίο διδάσκετε και μόνη εσείς από όλους τους διδάσκοντες δεν αναφέρετε ούτε το αντικείμενο του διδακτορικού σας, ούτε τις δημοσιεύσεις σας, ούτε την έρευνα την οποία πραγματοποιείτε;

Γιατί Δρ. Παναγιωταρέα;
Eίναι μυστικά;
Γιατί η ακαδημαϊκή κοινότητα να μη γνωρίζει την σημαντική συνεισφορά σας στην επιστήμη την οποία απαιτεί η καθηγητική καρέκλα που καταλάβατε;

Πείτε μας λοιπόν κυρία Παναγιωταρέα, ποια είναι η ερευνητική δουλειά με την οποία ασχολείστε στην παρούσα φάση;

Σε ποια έγκυρα περιοδικά του εξωτερικού έχουν δημοσιευθεί εργασίες σας; Για να μην μπερδευτείτε, δεν εννοώ τα άρθρα σας στις εφημερίδες. Δεν εννοώ το μυθιστόρημα μας και το βιβλίο συνέντευξη ενός πολιτικού προσώπου. E ννοώ αυτά τα επιστημονικά περιοδικά (refereed scientific journals) στα οποία η δημοσίευση περνάει από κρίση από μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, (το λεγόμενο peer review system) και βάσει των οποίων η διεθνής ακαδημαϊκή κοινότητα κρίνει τα μέλη της.

Ποιες από τις εργασίες αυτές υπάρχουν στο "Citation Index", τον κατάλογο εκείνο που παρουσιάζει εργασίες άλλων επιστημόνων που αναφέρονται στο δικό σας επιστημονικό έργο;

Πόσες διδακτορικές εργασίες έχετε επιβλέψει από τότε που γίνατε καθηγήτρια και που βρίσκονται οι διδακτορικοί φοιτητές σας σήμερα;

Mε βάση ποιο επιστημονικό έργο εκλεγήκατε στην βαθμίδα του μόνιμου καθηγητή στο δημόσιο πανεπιστήμιο;

Ποιο είναι το θέμα του διδακτορικού σας και που το εκπονήσατε; Που δημοσιεύθηκαν τα αποτελέσματα του; Πώς προχώρησε την επιστήμη;

Δρ. Παναγιωταρέα, όταν βγαίνετε στην τηλεόραση οι τηλεθεατές δεν είναι όλοι ανόητοι όπως εσείς πιστεύετε.

Mερικοί από αυτούς έχουν αποκτήσει και διδακτορικό, έχουν διδάξει σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, και γνωρίζουν τη σκληρή, επίμονη, ανελέητη διαδικασία που χρειάζεται για να ανέβει κάποιος τις καθηγητικές βαθμίδες..

Απαιτείται κουραστική και χρονοβόρα έρευνα, δημοσίευσή της σε έγκριτα περιοδικά, παρουσίασή της σε συνέδρια, επίβλεψη διδακτορικών εργασιών και ερευνητικού έργου, διδασκαλία σε μεταπτυχιακό επίπεδο και προπτυχιακό επίπεδο (δηλαδή προετοιμασία παραδόσεων, διορθώσεις εργασιών, βαθμολόγηση εξετάσεων κλπ). Ακόμα και για καθηγητές πανεπιστημίου που έχουν αποκτήσει τα διδακτορικά τους από πανεπιστήμια τα οποία βρίσκονται στη διεθνή κατάταξη πολύ υψηλότερα από ότι αυτό στο οποίο έχετε σπουδάσει εσείς, δηλαδή για επιστήμονες με τεράστιο ταλέντο και μεγάλες επιστημονικές επιδόσεις, οι απαιτήσεις της καθηγητικής καρέκλας απαιτούν όλο το χρόνο τους, όλη την ενέργειά τους, για πάρα πολλά χρόνια.

Eσείς όμως ζείτε στην Αθήνα, εργάζεστε σε τρεις (τουλάχιστον) διαφορετικές δουλειές εκτός του πανεπιστημίου, γράψατε ένα μυθιστόρημα, και ταυτόχρονα προσπαθείτε να μας πείσετε ότι εκπληρώνετε τις υποχρεώσεις σας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο που βρίσκεται σε μία άλλη πόλη από εκείνη που βρίσκεται ο τόπος κατοικίας σας και της κύριας εργασίας σας, στη Θεσσαλονίκη.

Kαι αυτό που με εκπλήσσει Δρ. Παναγιωταρέα, αυτό που με θυμώνει ως πολίτη και ως μέλους της ακαδημαϊκής κοινότητας είναι ότι όχι μόνο δεν κρύβεστε, αλλά επειδή έχετε το θράσος να βγαίνετε στις τηλεοράσεις και να παριστάνετε την αγανακτισμένη με την κατάντια του Eλληνικού πανεπιστημίου, στην οποία πρώτη από όλους συνεισφέρετε εσείς.

Tο διαδίκτυο είναι ένα νέο μέσο διαλόγου και μετάδοσης πληροφορίας. Αν σας αδίκησα περιμένω την απάντησή σας την οποία θα δημοσιεύσω χωρίς περικοπές αυτούσια στο blog μου, demasamere. blogspot. com όπου βρίσκεται και η επιστολή μου προς εσάς.

Mε τιμή,
DMR

Yπόψιν
Αναστασία Δουλκέρη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα ΜΜΕ, ΑΠΘΑνδρέας Βέγλης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα ΜΜΕ, ΑΠΘ
Ελευθερία Καρνάβου, Πρόεδρος Ενιαίου Συλλόγου Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, ΑΠΘ
Γιάννης ΚρεστενίτηςΓραμματέας Πρόεδρος Ενιαίου Συλλόγου Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, ΑΠΘ
Γιάννης ΠρετεντέρηςΔημοσιογράφος
Στάθης ΣταυρόπουλοςΔημοσιογράφος - ΣκιτσογράφοςΕφημερίδα Ελευεθεροτυπία
Λάκης ΛαζόπουλοςΗθοποιός - Σχολιαστής
Εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ"Εφημερίδα Πρώτο ΘέμαΠεριοδικό "Δες" Εφημερίδα ΠαρώνΕφημερίδα ΤΑ ΝΕΑΕφημερίδα ΚαθημερινήΡαδιοφωνικός Σταθμός ΣκαιΕφημερίδα Κυριακάτικη ΕλευθεροτυπίαΕφημερίδα το 'ΕθνοςΕφημερίδα ΑυγήΕφημερίδα ΤΟ ΑΡΘΡΟPress- gr Blog demasamere.blogspot.com/
Papadakis Manos, PhDPrenatal Diagnosis Lab"Laikon" Hospitlal

ΟΛΑ ΣΤΑ ΚΑΡΒΟΥΝΑ ΛΕΜΕ...








ΕΚΛΟΓΕΣ 2007… ΟΛΑ ΣΤΑ ΚΑΡΒΟΥΝΑ
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΙΣ ΦΩΤΙΕΣ
Στα πλαίσια της έμμεσης-αντιπροσωπευτικής(τόσο έμμεση που δείχνει αόρατη, τόσο αντιπροσωπευτική που έχουμε ξεχάσει ότι αντιπροσωπεύει εμάς)δημοκρατίας που ζούμε, νιώθω την ανάγκη να υποστηρίξω την ακραία με την πρώτη ματιά άποψη, ότι όπως το λευκό-άκυρο-αποχή δεν δεικνύει απαραίτητα ανευθυνότητα, άλλο τόσο και η επιλογή κάποιου κόμματος δεν σημαίνει αξιωματικά υπευθυνότητα. Επωφελούμαι και εγώ βέβαια αυτής της “ιερής”(και καλά…)στιγμής του πολίτη, που καλείται κάθε σχεδόν τέσσερα χρόνια να αποφασίσει για την τύχη του, όπως και για αυτή των συμπολιτών του, όταν στο μεσοδιάστημα είναι δεμένος από τις αλυσίδες της όποιας “δημοκρατικής” επιλογής του και δεν μπορεί να κάνει τίποτα πλέον. Δεν ξέρω αν είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του έλληνα, ότι ενώ συνήθως βρίζει και καταριέται την κυβέρνηση που ο ίδιος ψήφισε για μια τετραετία, την επόμενη φορά ξαναψηφίζει τους ίδιους ανθρώπους που έβριζε μόλις την προηγούμενη μέρα.
Αρχικά θέλω να θέσω μερικά ερωτήματα περί υπευθυνότητας και όχι μόνο:
Πόσο υπεύθυνο είναι να ψηφίζεις αυτό που έμαθες από τους γονείς σου; Η επιλογή κόμματος είναι σαν τη σεξουαλική πράξη. Κάποιοι σου μιλάνε γι’ αυτή αλλά στο τέλος πρέπει εσύ να… πράξεις και υπεύθυνα μάλιστα.
Πόσο υπεύθυνο είναι να κρίνεται η ψήφος σου από το ποιός θα βρει δουλειά σε σένα ή στο παιδί σου; Εξήγησέ μου, που ακριβώς εντοπίζεις υπευθυνότητά προς τους συμπολίτες σου και τη χώρα σου, όταν ψηφίζεις με βάση το στενό προσωπικό σου συμφέρον;
Πόσο υπεύθυνο είναι να ψηφίζεις κάποιο κόμμα που μάλλον δε σε εκφράζει και πολύ, μόνο και μόνο επειδή το αντίπαλο κόμμα δεν σε εκφράζει καθόλου; Σταμάτα επιτέλους να δέχεσαι ως αυτονόητη την άποψη, ότι στους τυφλούς επικρατεί ο μονόφθαλμος, γιατί έτσι, πάντα θα έχεις μέτριους πολιτικούς και ακόμα πιο μέτριους κυβερνήτες.
Πόσο υπεύθυνο είναι η επιλογή σου να κρίνεται απ΄ το αν ο παππούς ή ο προπάππους σου ήταν στον εμφύλιο με τη μία ή την άλλη πλευρά; Θυμήσου….είμαστε στο 2007.
Πόσο υπεύθυνο είναι να εκδίδουν τα κόμματα προεκλογικά πολιτικά προγράμματα τα οποία γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι κανείς δε θα διαβάσει; Άλλωστε αν ποτέ διαβάσεις κάποιο από αυτά θα αντικρίσεις τον παράδεισο επί της γης, τόσο ωραία είναι όλα· μετά τις εκλογές έρχονται τα δύσκολα…..
Πόσο υπεύθυνο είναι τόσα χρόνια να ακούς για δεσμεύσεις… τελικά αδέσμευτες; Ο μοναδικός δέσμιος είσαι εσύ φίλε/ η μου.
Πόσο υπεύθυνο είναι να κουνάς ακόμα πλαστικά και πάνινα σημαιάκια, να χειροκροτείς σε προεκλογικές συγκεντρώσεις τα φωνητικά κρεσέντο του αρχηγού σου και να αφισοκολλάς ηλίθιες φάτσες που χαλάνε την αισθητική μας; Το ξαναγράφω μήπως και το ξέχασες, είμαστε στο 2007.
Πόσο υπεύθυνο είναι να δίνεις την πολύτιμη ψήφο σου σε αυτούς που τα “λένε καλύτερα” νιώθοντας μετά προδομένος και απελπισμένος;
Πόσο υπεύθυνο για την τύχη της χώρας σου είναι να εκλέγεις ανθρώπους, που χαϊδεύουν τα αυτιά σου και σε πείθουν ότι δεν κάνεις ποτέ και για τίποτα λάθος;(πχ Ανδρέας Παπανδρέου).
Πόσο υπεύθυνο είναι να ξαναψηφίσεις ανθρώπους όπως τον Πολύδωρα και την Μπακογιάννη, που έχουν για ευαγγέλιο τους, το απόφθεγμα του αρχιπροπαγανδιστή ναζί Γκαίμπελς που έλεγε, ότι όσο πιο τερατώδες είναι ένα ψέμα τόσο πιο πιστευτό γίνεται;
Πόσο υπεύθυνο είναι να πιστεύεις ότι μια ιδεολογία μπορεί να λύσει όλα μας τα προβλήματα;(πχ κομμουνισμός-φιλελευθερισμός κ.α.).
Πόσο υπεύθυνο είναι να ψηφίζεις ανθρώπους, που στο ναυάγιο του Σάμινα ως αντιπολίτευση ζητούσαν να παραιτηθεί σύσσωμη η κυβέρνηση ή τουλάχιστον ο διοικητικά υπεύθυνος υπουργός, ενώ τώρα ως κυβέρνηση έκαψαν την Ελλάδα και δεν βρίσκουν κανένα λόγο όχι μόνο να παραιτηθούν, αλλά ούτε καν να ζητήσουν μια συγνώμη;(ισχύει και το αντίστροφο).
Πόσο υπεύθυνο είναι να επιτρέπεις να διαχειρίζονται το πολίτευμά σου τα κανάλια και οι δημοσιογράφοι;(Τράγκας, Κακαουνάκης, Τριανταφυλλόπουλος, Παναγιωταρέα και λοιποί).
Πόσο υπεύθυνο είναι να εκλέγεις ανθρώπους, που δε σου δίνουν ποτέ λογαριασμό για την τύχη των δικών σου χρημάτων που εκείνοι διαχειρίζονται, ενώ εδώ και χρόνια αδειάζουν τα ταμεία σου και τσακώνονται για το ποιος έφαγε τα περισσότερα;
Πόσο υπεύθυνο είναι να εκλέγεις ανθρώπους που συνεχίζουν να διατηρούν σ’ αυτό το χάλι τον κρατικό (κατ’ ευφημισμό δημόσιο) τομέα μόνο και μόνο για να αλιεύουν τις ψήφους που χρειάζονται;
Πόσο υπεύθυνο είναι να εκλέγεις αυτούς, που κάθε φορά προσπαθούν και τελικά καταφέρνουν να σε πείσουν, ότι θα μείνεις ακυβέρνητος αν δεν έχουνε την αυτοδυναμία που χρειάζονται, λες και σε όλο τον κόσμο υπάρχουν μόνο αυτοδύναμες κυβερνήσεις ή λες και με τις αυτοδύναμες κυβερνήσεις λύσαμε όλα μας τα προβλήματα και έτσι έχουμε το προνόμιο να αποκλείουμε ασυζητητί εναλλακτικές μορφές πολιτικής ζωής και δράσης;
Πόσο υπεύθυνο είναι να εκλέγεις ανθρώπους επειδή τυχαίνει να είναι γνωστοί;(τραγουδιστές, ηθοποιοί, αθλητές κτλ). Έχεις εξετάσει με κάποιο τρόπο την πολιτική τους ικανότητα ή για να το θέσω αλλιώς: θα έδινες ποτέ για φτιάξιμο στον μανάβη τα χαλασμένα σου παπούτσια; Μάλλον όχι. Τότε γιατί θα επιτρέψεις να γίνουν εθνοπατέρες άνθρωποι σαν τον νεογεννηθέντα κομμουνιστή Απόστολο Γκλέτσο (για όσους δεν θυμούνται είναι ο σκληρός μπάτσος από το Τμήμα Ηθών) και την νεοεθνικίστρια Έφη Σαρρή(ναι ,για την ψολέω σε ξεχάσαμε μιλάω).
Πόσο υπεύθυνο είναι αριστερέ ψηφοφόρε να αποδέχεσαι ότι το κόμμα σου(για αριστερό κόμμα μιλάμε τώρα)υιοθετεί τα ίδια μαρκετινίστικα κόλπα με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ;(Θυμήσου, Γκλέτσος-ΚΚΕ, Τριφύλλη-ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ κ.α).Η περίπτωση της κ. Κανέλλη φίλε/ η μου κομμουνιστή είναι διαφορετική, γιατί αγγίζει μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων αφού και γνωστή είναι και πιστή ορθόδοξη χριστιανή είναι (αχ ρε Καρατζαφέρη, την έχασες).Θα’ θελα να ξέρω πως ένιωσε η άθεη κ.Παπαρήγα, όταν την είδε στην τελευταία ορκωμοσία της βουλής να τρέχει για να φιλήσει το χέρι του Xριστόδουλου (αλλά ξέχασα ο αφελής ότι η θρησκεία φέρνει χιλιάδες ψηφαλάκια, οπότε συγχωρούνται όλα, έτσι Αλέκα;)
Πόσο υπεύθυνο είναι να εξοργίζεσαι όταν αναρχικοί (εντός ή εκτός εισαγωγικών) καίνε ελληνικές σημαίες και αυτοκίνητα, ενώ εσύ παραμένεις απαθής μπροστά σε όλους αυτούς που εδώ και τριάντα χρόνια (για να μην ανατρέξω παλιότερα) καίνε το μέλλον σου, το περιβάλλον σου, τα ταμεία σου, τις συντάξεις σου, το επίπεδο ζωής σου, αλλά πολύ περισσότερο αυτό των παιδιών σου; Πρέπει να δεις αναρχικούς να καίνε τη σημαία για να καταλάβεις, ότι είναι ήδη καμένη και άθλια χιλιομπαλωμένη από τους πολιτικούς που εσύ ψηφίζεις;
Πόσο υπεύθυνο είναι να εκλέγεις ανθρώπους μειωμένης ικανότητας και ευφυϊας, μόνο και μόνο επειδή τυχαίνει να είναι κάτοχοι βαρυνόντων πολιτικά επιθέτων;(π.χ. Καραμανλής, Παπανδρέου, Μητσοτάκης και πολλοί άλλοι).
Πόσο παρήγορο για το μυαλό σου είναι να θαυμάζεις ανθρώπους που μιλάνε διανοουμενίστικα ενώ εσύ δεν καταλαβαίνεις τίποτα απ΄ όσα λένε;(π.χ. Βαγγέλης Βενιζέλος).Ποτέ δεν μπόρεσα να το καταλάβω αυτό:Σχεδόν όλοι θαυμάζουν τους πολιτικούς που δεν μπορούν να καταλάβουν. Συνειδητοποίησε κάποια στιγμή, ότι η πολιτική δεν είναι αυτό που βλέπεις, γιατί αυτό που βλέπεις, είναι μόνο εκείνο στο οποίο την έχουν καταντήσει οι επαγγελματίες πολιτικάντηδες.
Πόσο παρήγορο είναι να ψηφίζεις και να κάνεις υπουργούς ανθρώπους λόγω της ομορφιάς τους (αααααχ!!!!αυτός ο Αβραμόπουλος), ενώ κατά τα άλλα είναι ανίκανοι; Πρέπει να σου θυμίσω ότι η ψήφος σου αφορά το μέλλον όλων μας, δεν μετέχεις σε εκλογή Σταρ Ελλάς.
Πως γίνεται είτε η οικονομία έχει θετική είτε αρνητική εξέλιξη, εσύ πάντα να παλεύεις με τα ίδια οικονομικά προβλήματα παραπονούμενος συνεχώς για τα ίδια και τα ίδια; Αλήθεια δε βαρέθηκες τον εαυτό σου;
Πόσο καίριο για την υπευθυνότητά σου κρίνεις το γεγονός πως ο,τιδήποτε γνωρίζεις για τη“δημοκρατία” σου, το πληροφορείσαι από την τηλεόραση και τις εφημερίδες, συνήθως λίγο πριν πέσεις ναρκωμένος το βράδυ να κοιμηθείς;
Πόσο υπεύθυνο θεωρείς από πλευράς σου να έχεις εκλέξει για αντιπροσώπους σου τύπους όπως οι Κουλούρης (ο ευγενής γκόμενος), Γιακουμάτος (ο λαϊκόςδεξιός γκόμενος), Κυριάκος Μητσοτάκης( όταν είμαι στα πάνελ δεν ξέρω από πού θα μου έρθει η σφαλιάρα), Πολύδωρας (ο στρατηγός του αυνανισμού), Πάγκαλος(όταν είμαι υπουργός κάνω το πρόβατο, όταν δεν είμαι και αφού δε με νοιάζει κάνω το λύκο), Ανδρεουλάκος(αλήθεια πότε θα φτιάξει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης λαθρομεταναστών που μας υποσχέθηκε;), Σκυλλάκος(τι να λέμε τώρα…) κ.τ.λ. Σίγουρα ξέχασα κάποιους αλλά είναι τόσοι πολλοί που…καταλαβαίνετε.
Ερωτήσεις σε σχέση με τους γνωστούς πολιτικούς αρχηγούς.
Για τον κ.Καραμανλή: Πόσο υπεύθυνο είναι να ξαναψηφίσεις κάποιον που έκανε σημαία του κόμματός του την επανίδρυση του κράτους, ενώ έκανε ό,τι μπορούσε για να αποδομήσει και το πιο μικρό κομμάτι θλιβερού κράτους είχαν αφήσει οι προηγούμενοι;(και μη μου πεις ότι φταίνε οι αναρχικοί για την αποτυχία του, γιατί αν υπήρχε ισχυρό κράτος οι αναρχικοί θα ήταν υπό εξαφάνιση, εκτός κι αν δεχτούμε την άποψη, ότι τα Εξάρχεια έχουν τόση δύναμη που μπορούν να καταστρέψουν το κράτος, οπότε πάλι ο βασιλιάς είναι γυμνός αφού δεν κατάφερε να τους προλάβει και να τους εμποδίσει). Βέβαια ο άνθρωπος είχε ενημερώσει για τις προθέσεις του. Θυμάμαι σε μια προεκλογική συγκέντρωση το 2004 στη Μακεδονία, φωνάζοντας οι συγκεντρωμένοι ρυθμικά το σύνθημα “ήρθε η ώρα του Καραμανλή” εκείνος είχε απαντήσει το ανατριχιαστικό “η δικιά σας ώρα ήρθε” και όπως φαίνεται το εννοούσε(σεμνά και ταπεινά πάντα).
Για τον κ.Παπανδρέου: Πόσο υπεύθυνο είναι να ψηφίσεις κάποιον που θέλει να σε πείσει ότι γεννήθηκε τώρα και δεν ξέρει τίποτα για το τι γινόταν τα προηγούμενα χρόνια επί ΠΑΣΟΚ, αν και υπουργός των κυβερνήσεων του; Αν όλα ήταν καλά επί ΠΑΣΟΚ, τότε γιατί από την πρώτη στιγμή της αρχηγίας του επαγγέλλεται τη νέα αλλαγή; (νέα αλλαγή σε σχέση με τι; με την αλλαγή του πατέρα του; με τα χρόνια του ΠΑΣΟΚ που ήταν και ο ίδιος υπουργός; με ακόμα παλιότερα; με τι ακριβώς;). Αν δεν ήταν όλα καλά επί ΠΑΣΟΚ, τότε γιατί δεν παραιτήθηκε ποτέ όντας υπουργός, ενώ τώρα ζητάει να παραιτηθούν όλοι; Περίεργη αύξηση ευαισθησίας παρουσιάζει ο κ.Παπανδρέου. Μήπως να του βάλουμε θερμόμετρο πολιτικού κόστους;
Πριν προχωρήσω, θέλω να πω, ότι η κριτική μου προς την αριστερά(είτε κοινοβουλευτική είτε εξωκοινοβουλευτική) ήταν πάντα αυστηρή γιατί από αυτήν πιστεύω ότι μπορούμε να αντλούμε ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Αν δεν έχεις κάτι ψηλά δεν ασχολείσαι ιδιαίτερα, αν όμως το έχεις, πρέπει να είσαι αυστηρός και καυστικός ώστε να το κάνεις καλύτερο.
Για τον κ.Αλαβάνο: Πόσο υπεύθυνο είναι αριστερέ ψηφοφόρε να ψηφίσεις κάποιον που υποτίθεται ότι παλεύει για σένα και τα οικονομικά σου προβλήματα, ενώ εκείνος τα έχει λυμένα όλα; (γύρω στα 250.000 ευρώ καταθέσεις αν θυμάμαι καλά, ποσοστό 5% από τα μεταλλεία της Τήνου κ.α.).Αριστερέ ψηφοφόρε αν πιστεύεις ότι λαϊκίζω θυμήσου ότι ο Μάρξ πέθανε πάμφτωχος, ο Τσε Γκεβάρα ήταν από αστική οικογένεια με στρωμένη καριέρα, αλλά προτίμησε να αγωνιστεί και τελικά να σκοτωθεί για τις ιδέες του, ενώ ο αναρχικός Κροπότκιν, που μάλλον δεν ξέρεις, απεκδύθηκε του πριγκιπικού του τίτλου και πέρασε τα μισά χρόνια της ζωής του σε εξορία και φυλακές προσπαθώντας να κάνει πράξει τις ιδέες του. Όταν θες να λέγεσαι αριστερός πρέπει και να φαίνεσαι, πόσο μάλλον όταν θες να είσαι και ηγέτης της αριστεράς. Το να μη φοράς γραβάτα και να καβαλάς που και που βέσπα, δε σου προσδίδει αριστερή ταυτότητα.(τo τελευταίο ισχύει και για τον κ.Τσίπρα) Εγώ θα περίμενα από τον κ.Αλαβάνο να ενισχύσει με την περιουσία του είτε τα επαναστατικά είτε τα κινήματα πολιτών σ’ όλο τον κόσμο.
Για την κ.Παπαρήγα: Πόσο υπεύθυνο είναι να ψηφίσεις κάποιον που πιστεύει ότι για όλα φταίει το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο, η πλουτοκρατία και ο ιμπεριαλισμός; Ναι σύμφωνοι, σε πολλά έχετε δίκιο. Από εκεί και πέρα όμως και μέχρι του σημείου να είστε σίγουροι ότι κατέχετε την απόλυτη και μοναδική αλήθεια, εεε αυτό δεν θα τό’ θελε ούτε ο Μάρξ. Κάτι τελευταίο: μη θεωρήσετε ποτέ ότι έχετε κάποια διαφορά σε σχέση με αυτούς που πιστεύουν στον Θεό που έτσι κι αλλιώς εσείς δεν δέχεστε, γιατί από τη μία πλευρά εκείνοι έχουν τους Χριστό, Βούδα, Μωάμεθ κ.α. ενώ από την άλλη εσείς προσκυνάτε τους Mάρξ, Ένγκελς, Λένιν, Στάλιν κ.α. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι θρησκείες υπόσχονται επουράνιο παράδεισο ενώ εσείς επίγειο, σε όλα τα άλλα είστε ίδιοι(ευαγγέλια, αιρέσεις, διωγμοί αντιφρονούντων / αιρετικών κ.τ.λ).
Για τον κ.Καρατζαφέρη: Πόσο υπεύθυνο είναι να ψηφίσεις κάποιον που πιστεύει ότι είναι ευλογημένος από το Άγιο Πνεύμα, επειδή ένα περιστέρι κατσικώθηκε στο κεφάλι του στη γιορτή των Φώτων πριν χρόνια στο Φανάρι; (ελπίζω να μην έχετε ξεχάσει αυτό το γελοίο περιστατικό και το ακόμα πιο γελοίο ισχυρισμό του κ. Καρατζαφέρη περί επιφοίτησης του Αγίου Πνεύματος). Πόσο υπεύθυνο είναι να ψηφίσεις κάποιον που τώρα βρίζει αυτούς που κάποτε του έδωσαν πολιτικό ψωμί (οικογένεια Μητσοτάκη), που τονίζει συνέχεια την λαϊκή του καταγωγή λες και παρακολουθείς τον Νίκο Ξανθόπουλο σε μελό ταινία του ’60, που τώρα κόπτεται για τη δημοκρατία, όταν πριν λίγα χρόνια παραμονές της επετείου του Πολυτεχνείου, είχε καλεσμένο στο κανάλι του τον Στυλιανό Παττακό, που λίγο καιρό πριν υποστήριζε ανοιχτά τον Λεπέν ενώ τώρα κάνει πως δεν το θυμάται, που ξεφτιλίζει τα θρησκευτικά του πιστεύω και την οποιαδήποτε σχέση του με τον Αρχιεπίσκοπο για να μαζέψει ψήφους(μπράβο κύριε Καρατζαφέρη, πολύ χριστιανικό εκ μέρους σας), που δίνει λεφτά σε αναξιοπαθούντες χέρι με χέρι ζωντανά από το κανάλι του (αν έχεις διαβάσει ποτέ το κατά Ματθαίον κ. Καρατζαφέρη στο κεφάλαιο στ, στίχο 3 θα δεις ότι ο Χριστός συμβουλεύει: “σου δε ποιούντος ελεημοσύνην μη γνώτω η αριστερά σου τι ποεί η δεξιά σου”), που πρόσφερε για χρόνια βήμα μέσω του καναλιού του στο νεοφασίστα Πλεύρη και τώρα εντάσσει στα ψηφοδέλτια του και τον υιό του. Και ο παππούς του Πάγκαλου ήταν δικτάτορας θα μου πεις αλλά ο Πάγκαλος είναι σοσιαλιστής (εδώ γελάμε όσο θέλουμε). Θα μου επιτρέψεις να σου απαντήσω το εξής: όσο ο Πάγκαλος είναι σοσιαλιστής, άλλο τόσο ο υιός Πλεύρη θα αποδειχτεί δημοκράτης. Ο αχταρμάς που προσφέρει ο κ.Καρατζαφέρης, αυτή η σαλάτα που ανακατεύει πατρίδα-θρησκεία-οικογένεια (Παναγία μου, ανατρίχιασα…) με κομμουνισμό, σχεδόν αναρχικές κορώνες μαζί με φιλοβασιλικά αισθήματα και απροκάλυπτο αντισημιτισμό(αντισιωνισμό το λέει ο ίδιος), να ξέρει ότι δεν πείθει και φαίνεται από μακριά η αναδυόμενη σβάστικα.
Για τον κ.Παπαθεμελή δύο σχόλια:
1) “Παπαθεμελή,Παπαθεμελή,απόψε ένας ναύτης το κορμί μου αμελεί” του Λαζόπουλου, αν θυμάστε την περίπτωση με το ωράριο των νυχτερινών κέντρων.
2) Αν ήταν λίγο πιο χοντρός και ψηλότερος θα ήταν φτυστός ο Καρατζαφέρης.
Προτεινόμενα επαγγέλματα για τους γνωστούς πολιτικούς αρχηγούς όταν αποφασίσουμε να τους απολύσουμε:
1)Καραμανλής:α)Ψήστης σε σουβλατζίδικο στο Λιανοκλάδι ειδικευμένος στα
καλαμάκια β)ευνούχος σε κάποιο ανατολίτικο χαρέμι(ούτε για να πηδήξει δεν τον έχω ικανό).
2)Παπανδρέου:α)Θυρωρός σε μέγαρο δημόσιας υπηρεσίας β)σερβιτόρος σε καφενείο γ)πωλητής ρούχων σε μαγαζί στο Κολωνάκι δ) πλασιέ δονητών για ώριμες κυρίες ε) οδοκαθαριστής (άλλωστε έχει αποδείξει την αξία του σε συνέδριο του ΠΑΣΟΚ).
3)Παπαρήγα:α) Διορισμένη από το κράτος καθαρίστρια σχολικών κτιρίων β) αντικαταστάτρια τσίτας σε νούμερο περιοδεύοντος τσίρκου των Τιράνων γ) πρόσχαρη τσατσά σε παρακμιακό μπουρδέλο της οδού Φυλής και δ) δεσμοφύλακας στα γκούλαγκ της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης.
4)Αλαβάνος:α)Με παπάκι να παραδίδει σουβλάκια και άλλα εδέσματα(κοντοσούβλι, εξοχικό κ.τ.λ.) συνεργαζόμενος με το σουβλατζίδικο που εργάζεται ο κύριος με το νούμερο 1)α) και β)ζητιάνος στη μεγάλη πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα οδού Αχαρνών.
5)Καρατζαφέρης:α) Νονός της νύχτας, υπεύθυνος και για το σουβλατζίδικο που εργάζονται Καραμανλής-Αλαβάνος β) Μάρτυρας του Αλλάχ που ευτυχεί να χτυπήσει λεωφορείο γεμάτο εβραίους (συγνώμη πάλι έκανα λάθος σιωνιστές εννοούσα, αυτούς προτιμάει) γ) εθνάρχης Μακάριος στη θέση του εθνάρχη Χριστόδουλου δ) άγιος της Ελληνικής Ορθοδόξου εκκλησίας και ε) πρωταγωνιστής σε τσόντα της δεκαετίας του’70.
6)Παπαθεμελής: α) επιτυχημένος ακροβάτης του τσίρκο Μedrano
β) Αντίπαλος νονός του ήδη υπάρχοντος νονού Καρατζαφέρη γ) απόστρατος παρασημοφορημένος στο πεδίο των μαχών αξιωματικός του ελληνικού στρατού δ) δημοτικός μπάτσος ε) κανονικός μπάτσος στ) αποτυχημένος καθηγητής θεολογίας στο συγκρότημα σχολείων Γκράβα ή στη στρατιωτική σχολή Ευελπίδων ζ) μαρμαρωμένος βασιλιάς η) ντι τζέι σε κλάμπ για νάνους και θ) δευτεραγωνιστής ή αντικαταστάτης σε τσόντα του ‘70(όποτε δεν προλαβαίνει ο Καρατζαφέρης).

Δεν ξέρω αν κατάφερα να αποδείξω γιατί θεωρώ ανευθυνότητα την ψήφο, πάντως προσπάθησα να σε κάνω να σκεφτείς, γιατί δεν πρέπει να θεωρείς ως αυτονόητο ότι το να ψηφίζεις είναι υπευθυνότητα.
Πίστεψε στον εαυτό σου και τους γύρω σου, συζήτα μαζί τους ελεύθερα χωρίς κομματικές ή άλλες αγκυλώσεις και θα πειστείς ότι όλοι έχουμε τους ίδιους προβληματισμούς και απλά διαφέρουμε στον τρόπο εξεύρεσης λύσεων. Κάνε ό,τι θες, μόνο σε παρακαλώ σβήσε την τηλεόραση και κοίτα την κατάσταση κατάματα (όχι πίσω από εξωραϊστικές τηλεοπτικές οθόνες). Πιστεύεις πως σου αξίζει όλο αυτό; Αν το πιστεύεις, άραξε αναπαυτικά στον καναπέ σου και άσε τους άλλους να αποφασίζουν για εσένα, αν όχι δες τι μπορείς να κάνεις και να’ σαι σίγουρος ότι υπάρχουν κι άλλοι που θέλουν να αφήσουν τον καναπέ τους αλλά νομίζουν ότι είναι μόνοι τους, όπως το νομίζεις κι εσύ. Μην αφήσεις άλλο καιρό να πάει χαμένος. Αγκάλιασε όποιο μη πολιτικάντικο κίνημα σε εκφράζει και αγωνίσου. Αν δε σ’ αρέσει ούτε αυτό, τουλάχιστον σκέψου λογικά και άφησε πίσω αυτούς που σου μαυρίζουν την ψυχή. Έχε από εδώ και πέρα ως παράδειγμα την αυτοοργάνωση και την αλληλεγγύη που έδειξαν οι κάτοικοι των πληγέντων περιοχών για να σβήσουν τις φωτιές που απειλούσαν τις ζωές τους. Πίστεψε στον εαυτό σου και συνειδητοποίησε, ότι το πολιτικό κριτήριο και η αίσθηση της κοινής ευθύνης βρίσκεται μέσα σε όλους μας. Η ενασχόληση με την πολιτική ούτε σπουδάζεται, ούτε κληροδοτείται, μην την αφήνεις σε άλλους. Κάτι τελευταίο. Μην ξεχνάς ποτέ πως ό,τι θεωρούνταν ουτοπικό πριν 150 χρόνια είναι πραγματικότητα σήμερα, οπότε αν αγωνιστούμε για την δικιά μας ουτοπία τώρα, ίσως να γίνει η αυριανή πραγματικότητα, αν όχι των παιδιών μας,
τουλάχιστον των παιδιών τους.
Για το τέλος ένα σύνθημα κλεμμένο από την σιωπηλή διαμαρτυρία για τα καμένα δάση που έλαβε χώρα την 29η Αυγούστου 2007 στην πλατεία Συντάγματος.
ΜΑΥΡΗ ΓΗ
ΜΑΥΡΑ ΔΑΣΗ
ΜΑΥΡΗ ΖΩΗ
ΜΑΥΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑΜΑΥΡΟ ΔΑΓΚΩΤΟ