Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

ΚΕΛΤΙΚΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ...


Δεν ήθελα να επιστρέψω, το μεροκάματο με ανάγκασε, η δουλειά και επίσης τα λεφτά τέλειωσαν. Όσοι πάντως θέλουν να εκτοξεύσουν το "ταξικό μίσος" τους για τις διακοπές που τελικά κατάφερα να κάνω (μαζεύαμε λεφτά από το χειμώνα γι΄ αυτό), μπορούν να το κάνουν άνετα (όπως έκανε κάποιος σχολιαστής στην προηγούμενη ανάρτηση). Αυτά που πήρα (συναισθήματα) ήταν περισσότερα από αυτά που έδωσα (λεφτά). Πάει τώρα, δεν έχει άλλη άδεια για το καλοκαίρι. Σε κάποια νησιά έκατσα περισσότερο σε κάποια λιγότερο. Σε ένα από αυτά δεν θα ξαναπάω ποτέ. Θα σας μιλήσω για μερικούς από τους ανθρώπους που γνώρισα. Αναγκαστικά θα αναφέρω και κάποια μέρη, όπου αυτό χρειάζεται όταν συνδέεις τόσο πολύ στο μυαλό σου κάποιους ανθρώπους με τους μικρότοπους που τους γνωρίζεις.


Στη Χάλκη
Φιλικοί άνθρωποι, μιλάς με ψαράδες και ντόπιους. Επειδή είσαι από την Αθήνα σε θεωρούν εκπρόσωπο της κυβέρνησης, σε ρωτούν, σου χαμογελούν, καταλαβαίνουν τι περνάς στη μεγάλη πόλη. Ωραίος φούρνος, ωραία ταβερνάκια, ωραίοι άνθρωποι, πανέμορφο νησί, μια μικρή σταλιά στο Αιγαίο.

Στη Σύμη
Είναι το νησί που δεν πρόκειται να ξαναπάω ποτέ, εκτός αν η ζωή τα φέρει έτσι που δεν μπορώ να το αποφύγω με τίποτα. Τούρκοι, Έλληνες, Ρώσοι και άλλης εθνικότητας επιχειρηματίες με τα υπερπολυτελή γιώτ τους, τα πούρα τους και τη μαγκιά τους καταλαμβάνουν δρόμους, θάλασσες και γεμίζουν τα πορτοφόλια κάποιων από τους ντόπιους.Στη Σύμη παύεις να είσαι άνθρωπος και μετατρέπεσαι σε πορτοφόλι. Είναι σαν να πηγαίνεις σε μια διαφορετική Μύκονο. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα και πριν πάω δεν ρώτησα.
Εγω το νησί ήθελα να δω, όχι να μου πάρουν τα σώβρακα...Ήμασταν τυχεροί γιατί πάνω, στο Χωριό γνωρισαμε τον Β., Συμιακό, εδώ και δέκα χρόνια στη Γερμανία, παντρεμένο με Γερμανίδα και πατέρα ενός παιδιού. Αυτό το καλοκαίρι δουλεύει σερβιτόρος σε μια ταβέρνα του Χωριού. Η μαγείρισσα και γυναίκα του ιδιοκτήτη πέθανε πριν λίγους μήνες κι εκείνος θεώρησε υποχρέωσή του να βοηθήσει τον άντρα της στο μαγαζί. Έχει πάρει έξι μήνες άδεια για αυτό το λόγο. Τους ξέρει από μικρό παιδί, πονάει την ταβέρνα.
Καλός άνθρωπος, ζεστός, πολύ φιλικός.

Στην Τήλο
Γνώρισα τον κυρ Σ. και τη γυναίκα του την κυρά Σ.Εκείνος ψαράς, εκείνη μίνι μάρκετ και δωμάτια.
Η κυρά Σ. , Νισύρια και υπερήφανη για "το νησάκι της", όπως έλεγε. Μίλαγε συνέχεια, αλλά δεν σε ζάλιζε, σε γλύκαινε, σε έκανε να ξεχνάς, σε έφερνε κοντά της.
Ένα απόγευμα καθόμασταν πάνω σε κάτι καφάσια και συζητούσαμε με τον κυρ Σ. Η κουβέντα είχε ανάψει και με ρώτησε: "Τι κάνετε εσείς εκεί πάνω στην Αθήνα; Γιατί δεν βγαίνετε στο δρόμο"; "Ό,τι μπορούμε κάνουμε κυρ Σ." του απάντησα αλλά δεν νομίζω ότι τον έπεισα.Δύο φορές μας κέρασε κάτι δωδεκανήσια ψάρια (γερμανούς τα λένε εκεί) και πάντα με τη φράση "εσείς εκεί πάνω στην Αθήνα δεν τα ξέρετε αυτά τα ψάρια, όλο μαλακίες σας δίνουν και τρώτε".
Μετά ήταν ο κυρ Η. με τη γυναίκα του την κυρά Ε., που έχουν μια ταβέρνα πάνω στην στροφή της ανηφόρας. Εκείνος ψήνει, καλοσωρίζει τους πελάτες, μιλάει ελληνικά, αγγλικά, ιταλικά, όλα ανάμεικτα. Έχει όμως ένα χαμόγελο πεντακάθαρο, ένα ενδιαφέρον για σένα σχεδόν πρωτόγονο.
Η αλήθεια είναι πως ο κυρ Η. είναι λίγο συγκεντρωτικός, θέλει να περνάνε όλα από το χέρι του. Ασχολείται με τα πάντα για αυτό βρίσκεται σε μόνιμη κόντρα με τη γυναίκα του. Εκείνη στραβομουτσουνιάζει, σιχτιρίζει αλλά στο τέλος χαμογελάει και τον αφήνει να κάνει τα δικά του. Έχει καταλάβει πως το αφεντιλίκι είναι η τροφή του και έτσι τον αφήνει να νομίζει ότι κάνει τα πάντα σωστά…

Στο Μεγάλο Χωριό γνωρίσαμε τον κυρ Μ. , ένα παππού 84 ετών. Μας είπε ιστορίες από τον πόλεμο, την ιταλική και γερμανική κατοχή, μίλαγε ιταλικά και τούρκικα, μίλαγε τραγουδιστά ελληνικά σαν όλους τους δωδεκανήσιους- σχεδόν ακούγονται σαν Κυπριακά. Μας έλεγε πόσο αγαπάει τους Τούρκους, πως πάει συνέχεια απέναντι, για την κόρη του τη δασκάλα στο Καστελόριζο…

Οι Δανοί της Τήλου: Γνώρισαμε και τον Ν. με τη γυναίκα του Χ. και το δεκαεξάχρονο γιό της Μ. Εκείνος σαν τον Κλίντ Ίστγουντ, σκληρό βλέμμα, όλα τα αξεσουάρ του για την παραλία μαύρα, σαν να είχε μετακομίσει η Άγρια Δύση στην Τήλο. Τον είδα ένα πρωί στα Λιβάδια στην παραλία και τον παρατηρούσα μέχρι το απόγευμα. Φορούσε ένα πολύ ωραίο "μενταγιόν". Κάποια στιγμή ανέβηκε στο μαγαζάκι πάνω από την παραλία για να αγοράσει μπύρα. Όταν επέστρεφε τον σταμάτησα και του είπα πως μου αρέσει πολύ αυτό που φοράει. Μου εξήγησε ότι είναι παλιό σύμβολο των Κελτών και έτσι πιάσαμε την κουβέντα για κανά δίωρο περίπου, δικαιολογήθηκε για τη γυναίκα του που είναι ντροπαλή, τον κέρασα σταφύλι, του είπα πως μοιάζει με τον Ίστγουντ στα νιάτα του, μας μίλησε για τη δουλειά του, για τους γάμους του και τις κόρες του (η μία είναι αστυνομικός και… λεσβία, η άλλη είναι κομμώτρια). Ο Ν. βέβαια δεν έχει κανένα πρόβλημα με τις σεξουαλικές προτιμήσεις της κόρης του, αφού αυτό που τον ενδιαφέρει είναι "το παιδί του να αγαπάει και να αγαπιέται".Το βράδυ της ίδιας μέρας μας πέτυχε στην πλατεία του λιμανιού. Καθόμουν και μίλαγα με τον κυρ Σ. Ήρθε κρυφά, με χτύπησε στην πλάτη, άνοιξε το χέρι μου και έβαλε μέσα το Κελτικό σύμβολο που φόραγε το πρωί. Όπως ήρθε, έτσι και έφυγε, σαν σίφουνας… Με συγκίνησε.Την επόμενη μέρα φάγαμε μαζί, αποχαιρετιστήκαμε, ανταλλάξαμε τηλέφωνα και mails. Το βράδυ μας πήραν τηλέφωνο για να δουν αν φτάσαμε καλά στη Νίσυρο, μας καληνύχτισαν… ελπίζω να τους ξαναδώ.

Στη Νίσυρο
Υπάρχει το μαγαζί του "Ανδρίκου" στην πλατεία "Ηλικιωμένης". Ωραίο μαγαζί, καφενείο, πίνεις σουμάδα, κανελλάδα, μπύρα, ποτά, ό,τι γουστάρεις Έχει και δύο ταμπέλες. Η πρώτη γράφει "Βάρδα στεναχώρια" και η δεύτερη "όλος ο κόσμος είναι τρελοκομείο αλλά εδώ είναι τα κεντρικά", όμορφες συστάσεις, σε προκαλούν να κάτσεις.
Εκεί σερβίρει ο Γ. ένας πενηντάρης, ωραίος τύπος. Γνωριστήκαμε, μιλήσαμε για το…
"χώρο", είπαμε διάφορα. Γνωστή φάτσα από πορείες και συνελεύσεις. Μου έλεγε πώς μια φορά ένας του… "χώρου" πέταξε μολότοφ σε ένα παπάκι, που τελικά ήταν το δικό του…
Εκεί γνωρισαμε και τον Κ. , έναν πενηνταπεντάρη (ή και παραπάνω) Ελβετό από τη Βέρνη, που γουστάρει σαν τρελός το ΚΚΕ, ζει στη Νίσυρο 12 χρόνια, αλλά δεν έχει μάθει ακόμα ελληνικά, γιατί όπως μας έλεγε "τα μιλάμε πολύ γρήγορα και δεν προλαβαίνει να τα μάθει". Ωραίος τύπος και ψυχολόγος…

Στην Παχιά Άμμο είδα την καλύτερνη ταβέρνα-καφενείο-μπαρ που έχω δει ποτέ. Δεν ήταν τόσο το φαγητό ή ό,τιδήποτε άλλο, είναι η μουσική που έπαιζε από το πρωί. Από Βuzzcocks και Joy Division μέχρι Βαμβακάρη και Drum ‘n’ Bass. Εξυπηρετεί κυρίως τους ελεύθερους σκηνίτες της Παχιάς Άμμου αλλά και όποιον άλλον το θελήσει.

Στο Εμπορειό γνωρίσαμε τον Τ. με τη στάμπα πάνω στην μπλούζα του "Κουρκούταυλοι για πάντα" και μια σαύρα να τη διακοσμεί. Κουρκούταυλοι είναι οι σαύρες στην τοπική διάλεκτο.
Γνωρίσαμε τον Χ. που μεταξύ άλλων μας είπε πως επανάσταση είναι όλοι εμείς, οι της "άλλης πλευράς", να αρχίσουμε να κάνουμε παιδιά ώστε να μην γεμίσει ο κόσμος άλλα "γιαπάκια", άλλους μελλοντικούς επιχειρηματίες. Κάπου στα Εξάρχεια θα ξαναπετυχηθούμε με τον Χ.
Στα Νικειά γνωρίσαμε τον κ. Μ. που έχει ένα από τα καφενεία της "Βοτσαλωτής Πλατείας". Μας αφηγήθηκε όλη του τη ζωή...

Στο Μανδράκι (λιμάνι και πρωτεύουσα του νησιού) υπάρχει και ένα μαγαζάκι που πουλάει τσιγάρα και είναι γεμάτο από αφίσες του Nosotros, του Βελουχιώτη, του Γκεβάρα κα. Φιλικοί και χαλαροί άνθρωποι μέσα…

3 σχόλια:

  1. Παρατηρώντας τις διακοπές, πρέπει να εξετάσουμε αν όντως ταιριάζουν με την ταξική σου θέση...

    Είχε απεργία στο λιμάνι όταν έφυγες και αν ναι, επινες καφέ ή lucozade? Κωλοβάραγες? Επιανες τα αρχίδια σου ή όχι?

    Ολα αυτά σε περίπτωση απεργίας πρέπει να αποφεύγονται...

    Πάμε στα δικά μας τώρα!

    Ομολογώ πως αποτελεί ένα παρά πολύ καλό οδηγό για τα μικρά Δωδεκάνησα! Και εννοείται αντιεμπορικό!

    Οπως πρέπει να είναι οι διακοπές!

    καλή επιστροφή και επανερχόμαστε!

    Τα δέοντα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλώς μας ήρθες πίσω. Πολύ σε ζηλεύω που πήγες σε τόσα ωραία μέρη... Μπράβο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σας ευχαριστώ πολύ παιδιά. Μια βδομάδα εδω κι ακόμα δεν μπορώ να συνηθίσω...

    ΑπάντησηΔιαγραφή