Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟ...




Επανέρχομαι με Δημοσθένη Βουτυρά και το συγκλονιστικό διήγημά του "Γιατί λυπάσαι;". Δυστυχώς πάντα θα είναι επίκαιρο, όσο οι φυλακές έχουν χάσει τον σωφρονιστικό προσανατολισμό τους (αν είχαν ποτέ) και παραμένουν κολαστήρια ψυχών και σωμάτων. Εδώ που τα λέμε, για ποιά είδους κοινωνία θα έπρεπε να σωφρονίζονται, ποιές προοπτικές ανθρώπινης ανάπτυξης και ποιά κοινωνική αλληλεγγύη τους προσφέρεται όταν αποφυλακιστούν; Τι τύπου κοινωνία καλούνται να υποστηρίξουν;;;

Γιατί λυπάσαι;
του Δημοσθένη Βουτυρά (1879-1958)


Όταν αφήσανε τον Κούρμα απ΄ τη φυλακή, ήτανε νύχτα. Και του φάνηκε παράξενο, πώς τον βγάλανε τέτοια ώρα, και γιατί. Αλλά χωρίς να ρωτήσει, χωρίς τίποτα να πει, έφυγε και πήρε το δρόμο της πόλης.

Ο ουρανός ήταν καθαρός, γεμάτος άστρα. Φυσούσε όμως, άνεμος ψυχρός, που τον έκανε να τρέμει.

Στην πόλη, όταν έφτασε είδε σκοτεινούς τους δρόμους, κατασκότεινους. Αλλά τα καταστήματα ήταν ανοιχτά, φωτισμένα όμως με μικρό φως. Και στους σκοτεινούς δρόμους, πλήθος ανθρώπων γύριζε σιωπηλό, ή όταν μιλούσε, θα μιλούσε σιγά, αθόρυβα.

— Μα γιατί κάνουν έτσι, γιατί είναι σκοτεινά; σκέφτηκε και θέλησε να ρωτήσει. Αλλά με μιας:

— Τι με μέλλει! Δεν πάω καλύτερα να βρω καμιά μεριά να τον πάρω! είπε.

Στο νου τού ήρθε μια σπηλιά, πούχε μείνει κάποτε, ολόκληρη μέρα.

Και περνώντας τους δρόμους τους σκοτεινούς, και χωρίς να δίνει προσοχή στο πλήθος που γύριζε, έφτασε σε μια ψηλή και ερημικιά παραλία. Εκεί κοντά βρισκόταν η σπηλιά.

Στάθηκε όμως, άτυχος. Γιατί βρήκε την σπηλιά νάχει πόρτα τώρα, και πόρτα γερή και κλεισμένη καλά.

— Μπα, έκανε, και τις σπηλιές κλείνουν ακόμα τώρα; Ε, πάλι καλά, αλλού!...

Και ζήτησε ένα μέρος κατάλληλο για να πλαγιάσει. Και βρήκε.

Αλλά γιατί, αν και φυσούσε ο άνεμος, πούκανε τη θάλασσα να χτυπά αφρισμένη, στα βράχια, δεν ακουγόταν η βουή της, ούτε ο κρότος των κυμάτων της....

— Τι σε μέλλει; είπε στον εαυτό του και γύρισε και κοίταξε τα άστρα που σάλευαν, παίζανε τις ακτίνες τους...

Ξύπνησε. Είδε πάλι, τ΄ αστέρια να λάμπουν.

Αισθάνθηκε ευχαρίστηση που βρισκόταν έξω και ανέπνευσε τον ψυχρό αέρα με ηδονή.

Σκέφτηκε όμως, πως πάλι θα πήγαινε να δουλέψει στα κατάβαθα της γης, για να βγάλει το ψωμί του, και μελαγχόλησε.

Πρόσωπα πολλά ήρθανε στο νου του, άλλα αγαπητά και άλλα αντιπαθητικά. Άραγε και οι φίλοι του θάτανε έξω, ή θα τους κρατούσαν ακόμα μέσα; Και στο νου του ήρθε και η μέρα που τους είχαν πιάσει... Όλοι δεμένοι και δυο, δυο, πάγαιναν και ο κόσμος άλλος τους εκοίταζε περίεργος και άλλος γελούσε και τους περιγελούσε. Και γιατί αυτό; Γιατί κι αυτοί είχανε ζητήσει να παίρνουν περισσότερο αέρα καθαρό, και να βλέπουνε λίγο ήλιο...

Σηκώθηκε να πάει στην πόλη. Δεν είχε όρεξη να κοιμηθεί. Ίσως και να κόντευε να ξημερώσει.

Καθώς έφευγε πλησίασε στα βράχια τα ψηλά, κ΄ έσκυψε να δει τη θάλασσα. Τρόμαξε. Νερό δεν είδε να χτυπά στα βράχια, αλλά μόνο χαμηλά, χαμηλά, σε τρομερό βάθος, κάτι να λάμπει, ή να γυαλίζει...

— Μπα, μα τ΄ είναι αυτό! είπε.

Κείνη τη στιγμή ταράχθηκε περισσότερο. Διέκρινε η ματιά του δυο άλογα να περνούν κάτω, στα βάθη, και πίσω ένα αμάξι μακρύ.

— Μα τ΄ είναι αυτό; Βρε παράξενο!... έκανε.

Νόμισε πως ονειρευόταν. Αλλά σε λίγο, αφού έμεινε ακίνητος κοιτάζοντας το αμάξι και τ΄ άλογα, που χανόνταν στο σκοτάδι, είπε στον εαυτό του:

— Τι σε μέλλει!... Δεν τραβάς για μέσα.

Και προχώρησε για την πόλη.

Τώρα όμως, όταν έφτασε είδε, όπου περνούσε, ερημιά μεγάλη, και τα σπίτια νάχουν ανοιχτά τα παράθυρα και τις πόρτες.

— Μα τι συμβαίνει; έλεγε.

Μια βουή ξαφνική, ήρθε στ΄ αυτιά του, βουή λαού.

— Μπα, είπε, κάτι συμβαίνει!

Και προχώρησε να πάει στο μέρος, που ερχόταν η βουή.

Ούτε φως, ούτε φωτάκι τώρα, απ΄ όπου περνούσε. Σκοτεινά όλα, κατασκότεινα. Κ΄ αισθανόταν κρύο διαπεραστικό.

Η βουή δυνάμωνε, και αυτός προχωρούσε πιο γρήγορα.

Αλλά πηγαίνοντας έτσι λίγο έλειψε να συγκρουστεί με κάποιον, που βγήκε τρέχοντας από ένα δρομάκι.

Τα μάτια του Κούρμα συνηθισμένα απ΄ τα σκοτεινά υπόγεια, που τον είχανε κλεισμένο, απ΄ τις τρύπες που δούλευε, τον γνωρίσανε ευθύς.

— Ο Μαλάς! φώναξε.

— Βρε ο Κούρμας!... απάντησε κείνος. Βγήκες και συ; Και πότε σ΄ αφήσανε;

— Χτες το βράδυ.

— Βράδυ;... Α, α!... Μα δεν ξέρεις ότι βράδυ και μέρα δεν υπάρχουν τώρα;... Κι όλο βράδυ είναι.

Ο Κούρμας τον κοίταξε με προσοχή.

— Θα τούστριψε φαίνεται, σκέφτηκε, μέσ’ στα μπουντρούμια, που τον είχαν κλείσει...

— Τι με κοιτάζεις έτσι; τον ρώτησε ο Μαλάς. Δεν ξέρεις τίποτα, βλέπω, νομίζεις ότι τάχασα, ε; Και δεν μου λες, μωρέ, γιατί μας αφήσανε; Τους έχει πάει, να! Ο ήλιος δεν το ξέρεις, ότι έσβησε, έχασε το φως του ξαφνικά. Και τα νερά τραβηχτήκανε, λιγοστέψανε, της θάλασσας;

Τώρα λένε, πως θα βάλουν τεχνητά πράματα να κάνουν ό,τι έκανε ο ήλιος!... Μα για άκου!... ο λαός όλος, όλος είναι μαζεμένος έξω απ΄ την πόλη και περιμένει το σβησμένον ήλιο να φανεί!... Και άμα τον δει θα κάνει παράκληση να τούρθει πάλι το φως του.

Ο Κούρμας είχε ζαλιστεί.

— Μα τ΄ είναι αυτά!...

— Ναι, ναι!...

Μια βουή μεγάλη, τρομερή υψώθηκε κείνη τη στιγμή...

Ο Μαλάς στράφηκε στην ανατολή.

— Να, να, κοίταξε!... Να ο ήλιος! φώναξε στο φίλο του.

Ένας όγκος κόκκινος, πυρωμένος και σκοτεινός σε πολλές μικρές μεριές, και που εδώ και κει μικρές λάμψες πετούσε, είχε φανεί.

— Νάτος!...

Ο Κούρμας τον κοίταξε σιωπηλός.

— Πάμε και μεις στην παράκληση, πάμε να παρακαλέσουμε... του είπε ο σύντροφός του κι έκανε να προχωρήσει.

— Πού, πού να πάμε, είπες; ρώτησε ο Κούρμας, αν και άκουσε καλά.

— Εκεί που όλος ο λαός θα παρακαλέσει.

— Τι λες, τι λες; Για τρελό με πήρες;... Τι θέλω γω να παρακαλέσω μαζί τους; Τι θέση έχω γω;... Και συ! Γιατί θα πας εσύ; Τον ήξερες τον ήλιο, που χάθηκε, συ, τον απόλαψες διόλου που θα πας να παρακαλέσεις!... Ποτέ να μην έρθει! Καλύτερα έτσι, χίλιες φορές!...-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου